" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 1 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ
Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 13 Αυγούστου 1867, γιος του πανεπιστημιακού Αθανάσιου Χρηστομάνου.
Εξαιτίας ενός ατυχήματος που είχε σε παιδική ηλικία έπασχε από κύφωση, ασθένεια που επηρέασε καθοριστικά την ψυχοσύνθεσή του.
Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διέκοψε όμως τις σπουδές του το 1887 και έφυγε για σπουδές Φιλολογίας στη Βιέννη.
Το 1891 αναγορεύτηκε διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ και διορίστηκε δάσκαλος ελληνικών και συνοδός της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Ελισσάβετ, θέση την οποία διατήρησε ως το 1893 συνεχίζοντας παράλληλα τις μελέτες του.
Το καλοκαίρι του 1892 ασπάστηκε το καθολικό δόγμα κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στη βιβλιοθήκη του Βατικανού και ακολούθησαν πέντε μήνες μοναστικής ζωής (από το Νοέμβριο του 1892 ως το Μάρτιο του 1893) στο Μόντε Κασσίνο.
Από το 1895 ως το 1899 παρέμεινε στη Βιέννη, όπου πραγματοποίησε πανεπιστημιακή καριέρα, αρχικά ως λέκτορας της ελληνικής γλώσσας και στη συνέχεια ως καθηγητής στο Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών.
Έφυγε από τη Βιέννη έχοντας αποκτήσει τον τίτλο του Βαρώνου-Ιππότη του τάγματος του Αγίου Ιωσήφ και δημοσιεύσει δύο έργα στα γερμανικά: την ποιητική συλλογή Orphische Lieder και το δράμα Die graue Frau, και τα δυο έντονα επηρεασμένα από το ρεύμα του συμβολισμού.
Λόγος της αναχώρησής του από τη Βιέννη σε μια περίοδο κατά την οποία είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός στους εκεί λογοτεχνικούς κύκλους ήταν η δημοσίευση του έργου του Tagebucher.
Ο Χρηστομάνος δημοσίευσε το έργο μετά το φόνο της Ελισσάβετ από έναν Ιταλό αναρχικό στη Γενεύη, γεγονός που προκάλεσε τη δυσαρέσκεια της Αυλής και την παραίτησή του από το Πανεπιστήμιο.
Ταξίδεψε στη Γαλλία και την Ιταλία και εγκαταστάθηκε το Νοέμβριο του 1901 στην Αθήνα, όπου ίδρυσε τη Νέα Σκηνή, θίασο που συνέβαλε ουσιαστικά στην ανανέωση της ελληνικής σκηνικής πράξης.
Οι σημαντικές οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε τον ανάγκασαν να παραιτηθεί από την προσπάθειά του το 1905 και να αφοσιωθεί στη συγγραφή.
Το 1908 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το έργο του για την Ελισσάβετ με τίτλο Το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισσάβετ.
Σελίδες ημερολογίου με πρόλογο του Μ. Μπαρρές και άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες το μυθιστόρημα Η κερένια κούκλα στην εφημερίδα Πατρίς.
Την ίδια χρονιά ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη ανέβασε χωρίς επιτυχία το έργο του Τα τρία φιλιά.
Πέθανε στην Αθήνα το 1911 στη 1 Νοεμβρίου.
Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος υπήρξε ένας από τους πρώτους έλληνες αισθητιστές λογοτέχνες· συνδύασε επίσης στο έργο του συμβολιστικά, νεορομαντικά, ποιητικά και ρεαλιστικά στοιχεία, ενώ έντονη είναι η παρουσία του μελαγχολικού τόνου στα γραπτά του.
Η σκηνοθετική του δράση στα πλαίσια της Νέας Σκηνής αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου.
Ο Χρηστομάνος ανανέωσε τη θεατρική πράξη ακολουθώντας τα χνάρια των ευρωπαίων σκηνοθετών Αντρέ Αντουάν και Όττο Μπραμ, υπήρξε ένας από τους πρώτους έλληνες σκηνοθέτες με τη σύγχρονη σημασία του όρου και πρόβαλε ένα εντελώς νέο για τα ελληνικά δεδομένα υποκριτικό ύφος και έργα από το σύγχρονο διεθνές και ελληνικό ρεπερτόριο (Ίψεν, Τσέχωφ, Στρίντμπεργκ, Μαίτερλιγκ, Ξενόπουλου, Παλαμά και άλλων).
Παρά την πτώση της ποιοτικής στάθμης του ρεπερτορίου του θιάσου υπό την πίεση των οικονομικών αναγκών, η Νέα Σκηνή διατήρησε ως το τέλος της την αξιόλογη αισθητική των παραστάσεών της και υπήρξε μεγάλο σχολείο για ηθοποιούς, σκηνογράφους, ενδυματολόγους οι οποίοι κυριάρχησαν αργότερα στην ελληνική σκηνή.
ΔΙΟΝΗΣΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Ο Διονύσιος Στεφάνου ήταν Έλληνας νομικός και πολιτικός.
Γεννήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1835 στη Ζάκυνθο και ήταν γιος του Παναγιώτη - Μαρίνου Στεφάνου, ιατρού και βουλευτή στην ιονική βουλή.
Φοίτησε στη σχολή Παπαδόπουλου στην Αθήνα και σπούδασε νομικά στο Παρίσι.
Προσελήφθη στο δικαστικό σώμα διοριζόμενος το 1865 πρωτοδίκης, το 1868 εφέτης και το 1873 αρεοπαγίτης.
Το 1888 ανέλαβε δικαστικός σύμβουλος του υπουργείου οικονομικών και λίγο αργότερα προήχθη σε πρόεδρο του νομικού συμβουλίου.
Το 1890 παραιτήθηκε από το δικαστικό σώμα ύστερα από παρότρυνση του Χαρίλαου Τρικούπη και έθεσε υποψηφιότητα στη περιφέρεια της Ζακύνθου για τις βουλευτικές εκλογές του ίδιου έτους, στις οποίες και εξελέγη.
Από τότε επανεκλεγόταν σχεδόν αδιάκοπα μέχρι τα τέλη του 1910.
Στην κυβέρνηση Χαρίλαου Τρικούπη διετέλεσε υπουργός] δικαιοσύνης και εξωτερικών συγχρόνως(1893 - 1895) (στο Υπουργείο Εξωτερικών από 12/01/1895-31/05/1895) ενώ στην κυβέρνηση Θεοτόκη υπουργός δικαιοσύνης.
Το ίδιο έτος ανέλαβε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Βασιλιά Γεωργίου Α΄, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι και το 1911, οπότε και παραιτήθηκε.
Το 1916 του προτάθηκε από τον Βασιλιά ο σχηματισμός κυβέρνησης, πρόταση όμως την οποία απέρριψε λόγω της κακής του υγείας.
Υπήρξε σπουδαίος νομικώς διατελώντας νομικός σύμβολος στο υπουργείο εξωτερικών (1883), αντιπρόσωπος της Ελλάδας στη Διεθνή Επιτροπή Αποζημιώσεων Αιγύπτου, καθώς και μέλος της ελληνικής αντιπροσωπίας στην Κωνσταντινούπολη για τις διαπραγματεύσεις μετά την ήττα του 1897 μαζί με τον Νικόλαο Μαυροκορδάτο. Επίσης είχε αναλάβει τη νομική επίλυση της ελληνορουμανικής διαφοράς με θέμα την κληρονομιά του Ζάππα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Εταιρίας, Μέγας Διδάσκαλος της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος την περίοδο 1905 - 1907 και είχε τιμηθεί με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Σωτήρος. Είχε πλούσιο συγγραφικό έργο αποτελούμενο από μελέτες και άρθρα νομικού περιεχομένου.
Είχε συγγράψει και έναν οδηγό των προξενικών και διπλωματικών υπαλλήλων.
Απεβίωσε την 1η Νοεμβρίου 1916 στην Αθήνα.
Ήταν παντρεμένος με την Αικατερίνη Πάλλη, κόρη του Αλέξανδρου Πάλλη, καθηγητή ιατρικής, και είχε αποκτήσει πέντε παιδιά: τον Αλέξιο, σύζυγο Λουκίας Παύλου Κουντουριώτη, την Ονορίνα, τον Δημήτριο, τον Γεώργιο και τον Ιωάννη.
Γαμπρός του επ'αδελφής ήταν ο Σπύρος Βαλαωρίτης.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣ
Ο υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος ήταν ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός του Στρατού Ξηράς που έπεσε μαχόμενος στο Ελληνοαλβανικό μέτωπο, και συγκεκριμένα έπεσε στα χέρια του στρατιώτη Μιχάλη Μαλαμά την 1η Νοεμβρίου 1940 στην Πίνδο στην τοποθεσία Τσούκα Φούρκας.
Η προτομή του αξιωματικού βρίσκεται στην είσοδο της Σαμαρίνας και κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου κατατίθεται στεφάνι για τη μνήμη του όπως επίσης και στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία Φούρκας όπου κάθε χρόνο στις 20 Ιουλίου κατά τους εορτασμούς για τη Γυναίκα της Πίνδου γίνεται στέψη προτομών του Σ/χη Κωνσταντίνου Δαβάκη και Υ/γου Αλεξάνδρου Διάκου.
Γεννήθηκε στη Χάλκη στα Δωδεκάνησα, ένα νησί κοντά στη Ρόδο, το 1911, που τότε ήταν υπό Ιταλική κατοχή, αλλά είχε καταγωγή από τη Μάνη.
Υπήρξε μαθητής του Βενετόκλειου Γυμνασίου Ρόδου και ποδοσφαιριστής του Δωριέα απο το έτος 1926.
Ο Αλέξανδρος Διάκος αγωνιζόταν στην επίθεση.
Στα 1921 εντάσσεται στη Ρόδο στην πρώτη Ελληνική προσκοπική ομάδα της Δωδεκανήσου που ίδρυσε μυστικά από τις αρχές ο δικηγόρος Γ. Γεωργιάδης και συμμετείχε ενεργά.
Η προσκοπική ομάδα διαλύθηκε αργότερα από τους Ιταλούς για την εθνική της δράση.
Το 1929 φεύγει στην Αθήνα και φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων μέχρι το 1934 που αποφοίτησε και εντάχτηκε στον Ελληνικό στρατό.
Σύμφωνα με την αναφορά του Ταγματάρχη Καραβιά ο λόχος δέχτηκε επίθεση από πολλαπλάσιες Ιταλικές δυνάμεις Αλπινιστών ο Διάκος στεκόταν όρθιος κραυγάζοντας και δίνοντας εντολές για να εμψυχώσει τους στρατιώτες του, κατάφερε να ανασυντάξει τον λόχο του και να αντεπιτεθεί στους Ιταλούς κάνοντας έφοδο, για την ανακατάληψη του υψώματος, και μπαίνοντας πρώτος στη μάχη, ριπή πολυβόλου τον φόνευσε.
Στο σημείο που έγινε η μάχη έχει στηθεί ανδριάντας του.
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΧΟΡΝ
Ο Παντελής Χορν, γιος του Αυστριακού Δημητρίου Χορν και της Ματίνας Κουντουριώτη, εγγονής του Λάζαρου Κουντουριώτη, γεννήθηκε στην Τεργέστη στις 1.1.1881.
Ήταν παιδί επτά ετών όταν η οικογένειά του εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα.
Ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση της μητέρας του έγινε ναυτικός παρ όλο που ποτέ του δεν αγάπησε τη θάλασσα.
Το 1899 αποφοίτησε από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων ως σημαιοφόρος και υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό μέχρι το 1919, οπότε μετετάγη στο Λιμενικό Σώμα.
Αποστρατεύθηκε το 1926 με το βαθμό του υποναυάρχου.
Σημαντικότερες στιγμές της καριέρας του ως αξιωματικού: συνυπογραφή του πρωτοκόλλου για τη σύσταση του Στρατιωτικού Συνδέσμου (4 Ιουλίου 1909), η κατάληψη της νήσου Ίμβρου (1912) και η προσχώρηση στο κίνημα του Βενιζέλου (1916).
Στο θέατρο πρωτοεμφανίστηκε δημοσιεύοντας στο "Noυμά" ένα μονόπρακτο ποιητικό δράμα, τον "Ξένο" (1906) και λίγους μήνες αργότερα έγινε γνωστός με το σκάνδαλο που δημιούργησε το τρίπρακτο "Ανεχτίμητο", για κάποιες τολμηρές φράσεις του.
Καθιερώνεται οριστικά νεότατος, με την παράσταση των "Πετροχάρηδων" (1908). Από τότε και για τριάντα χρόνια έμεινε συνεχώς στο προσκήνιο της θεατρικής ζωής παρουσιάζοντας στη σκηνή πάνω από τριάντα έργα (πέθανε στην Αθήνα 1.11.1941).
Πρωτοπόρος, τολμηρός και προκλητικός δημιούργησε σκάνδαλο τόσο με τον "Σέντζα" όσο και με τη "Φλαντρώ", έργα που μετά από το πρώτο τους ανέβασμα παρέμειναν για πολλά χρόνια στην αφάνεια.
Από τα έργα του σώζονται εννέα πολύπρακτα: "Το Ανεχτίμητο" (1906), "Οι Πετροχάρηδες" (1908), "Μελάχρα" (1909), "Το Φιντανάκι" (1921), "Η Νταλμανοπούλα" (1923), "Ο Σέντζας" (1925), "Φλαντρώ" (1925), "Το Mελτεμάκι" (1927) και "Ζωή και παραμύθι" (1937), καθώς χαι τέσσερα μονόπρακτα, "Ο Ξένος" (1906), "Το τίμιο σπίτι" (1908), "Ο Πρόξενος" (1931), "Η Εύα" (1931-32).
Από τα υπόλοιπα, χαμένα πια, έργα του σημειώνουμε τα δράματα: "Η Παναγία Κατηφορίτισα" (1915), "Το Μαύρο Καράβι" (1917), "Σταθμός" (1929), "Δεν αγαπάμε τον ίδιο" (1934) και τις κωμωδίες "Ψωροκώσταινα" (1927) και "Σιγανοπαπαδιές" (1929).
Τα έργα του πρόσφεραν ρόλους στα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού θεάτρου. Η Κυβέλη, η Μαρίκα Κοτοπούλη, ο Θωμάς Οικονόμου, ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Βασίλης Αργυρόπουλος, η Αλίκη, η Κατερίνα συγκαταλέγονται στους "πρώτους διδάξαντες".
ΕΔΜΟΝΔΟΣ ΦΥΡΣΤ
Ο Εδμόνδος Φυρστ (1863 ή 1867-1947) ήταν Έλληνας δραματικός ηθοποιός βαυαρικής καταγωγής.
Γεννήθηκε το 1863 ή το 1867, από μητέρα Ελληνίδα, καλής οικογένειας της Σμύρνης, και Γερμανό πατέρα, καθηγητή ξένων γλωσσών, ο οποίος μετακόμισε από την Σμύρνη στην Αθήνα το 1877.
Ο πατέρας Φυρστ δεν ενέκρινε την κλίση του γιου του προς το θέατρο και, για να τον απομακρύνει, φρόντισε να τον διορίσει υπάλληλο στους Θεσσαλικούς Σιδηροδρόμους.
Μόνο μετά τον θάνατο του πατέρα του ο Εδμόνδος Φυρστ μπόρεσε να εκπληρώσει το όνειρό του.
Ανέβηκε πρώτη φορά στη θεατρική σκηνή σε ηλικία 21 ετών, το 1888 ή 1889, όπου και εργάσθηκε με τους τότε σπουδαίους θιάσους της Αθήνας Ν. Καρδοβίλη και Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου μέχρι το 1890.
Από εκείνο το έτος και μέχρι το 1901 όπου προσλήφθηκε από το Βασιλικό Θέατρο (Ελλάδα) (Αθήνα), συνεργάσθηκε με το θίασο των αδελφών Ταβουλάρη.
Το 1894 νυμφεύτηκε την κόρη του Διονυσίου Ταβουλάρη, Ελένη, με την οποία και πρωταγωνίστησε στο Βασιλικό Θέατρο (Ελλάδα) στον "Φάουστ" του Γκαίτε, "Αμαξά Ένσελ" του Χάουπτμαν, "Οιδίπους τύραννος" του Σοφοκλή, "Φαύστα και Νικηφόρος Φωκάς" του Δ. Βερναρδάκη, "Οθέλλος" του Σαίξπηρ, "Βουλιαγμένη καμπάνα" του Χάουπτμαν, "Ο χρηματιστής" του Μιρμπώ, "Οιδίπους επί Κολωνώ" του Σοφοκλή, κ.ά..
Μετά όμως το κλείσιμο του θεάτρου αυτού σχημάτισε κατά καιρούς δικούς του θιάσους με πρωταγωνίστριες τη Μαρίκα Κοτοπούλη, την Κυβέλη Θεοδωρίδου και τη Ροζαλία Νίκα.
Ο Εδμόνδος Φυρστ διέπρεψε κυρίως σε δραματικούς και τραγικούς ρόλους και ιδιαίτερα τον "Οιδίποδα Τύραννο" του Σοφοκλή, τον "Λουδοβίκο ΙΑ΄" του Δελαβίνι, στο "Φτωχόκοσμο" του Ντοστογιέφσκι, το "Χαλασμένο σπίτι" του Σπύρου Μελά, κ.ά.
Μέχρι πριν το τέλος της ζωής του εμφανιζόταν έκτακτα σε διάφορες καλλιτεχνικές παραστάσεις.
Πέθανε από πνευμονική συμφόρηση στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 1947 και κηδεύτηκε από τον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύτση.
Κατέλιπε 3 γιους, τον Γουλιέλμο, τον Διονύσιο και τον Αλέξανδρο.
Το 1962 προς τιμή του Εδμόνδου Φυρστ, το θέατρο Σαμαρτζή μετονομάστηκε σε θέατρο Φυρστ.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
Ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο επονομαζόμενος και «Γέρος της Δημοκρατίας», υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεώτερης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας.
Γόνος ταπεινής οικογένειας, ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1888 στο Καλέντζι Αχαΐας.
Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο.
Το 1915 διορίστηκε Νομάρχης Λέσβου και στη συνέχεια ανέλαβε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθέριου Βενιζέλου, τον οποίο ακολούθησε στο κίνημα της Θεσσαλονίκης.
Πρωτοστάτησε στην έκπτωση του βασιλιά Κωνσταντίνου κι εναντιώθηκε με σθένος στο δικτατορικό καθεστώς του στρατηγού Πάγκαλου.
Το 1930, όταν ο Βενιζέλος επέστρεψε στην εξουσία, ο Γεώργιος Παπανδρέου διορίστηκε υπουργός Παιδείας κι έλαβε σημαντικά μέτρα για την αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος.
Το 1935 ίδρυσε το «Δημοκρατικό Κόμμα», το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε «Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό».
Ακολούθησαν η δικτατορία Μεταξά και ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος.
Εξαιτίας της αντιστασιακής του δράσης, το 1942 συνελήφθη και φυλακίστηκε. Δύο χρόνια αργότερα κατέφυγε στη Μέση Ανατολή για να οργανώσει το συνέδριο του Λιβάνου, όπου αποφασίστηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας υπό την προεδρία του, και αμέσως μετά την απελευθέρωση επέστρεψε στην Ελλάδα.
Την περίοδο 1947 - 1950 ανέλαβε διάφορα υπουργεία σε μεταβατικές κυβερνήσεις.
Η συνεργασία που ακολούθησε με τους Φιλελεύθερους του Σοφοκλή Βενιζέλου δεν κράτησε για πολύ.
Το 1961 αναγνωρίστηκε αρχηγός της Ενώσεως Κέντρου και στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής.
Μην αναγνωρίζοντας το κύρος του αποτελέσματος, κήρυξε τον «ανένδοτο» στην ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή και το 1963 κέρδισε τις εκλογές με σχετική πλειοψηφία.
Πανηγυρική ήταν η νίκη το Φεβρουάριο του 1964, με την Ένωση Κέντρου να λαμβάνει το 53% των ψήφων. Όμως, οι ιδεολογικές, πολιτικές και προσωπικές διαφορές στους κόλπους του κόμματος ήταν το αδύνατο σημείο, το οποίο εκμεταλλεύθηκε η παρασκηνιακή ηγεσία της Δεξιάς.
Τον Ιούλιο του 1965, οι αποστάτες ανέτρεψαν τον Γεώργιο Παπανδρέου, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας μακράς περιόδου πολιτικής κρίσης.
Από την 21η Απριλίου 1967, οπότε εκδηλώθηκε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, ο Γεώργιος Παπανδρέου τέθηκε σε περιορισμό στο σπίτι του στο Καστρί και την 1η Νοεμβρίου του 1968 άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός».
Δύο ημέρες αργότερα, η κηδεία του «Γέρου της Δημοκρατίας» αποτέλεσε τη μεγαλύτερη αντιδικτατορική διαδήλωση. Την πομπή ακολούθησε μία πραγματική λαοθάλασσα 300 χιλιάδων ανθρώπων, «το μέγα πλήθος με το μέγα πάθος» κατά τη δική του έκφραση.
Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε νυμφευτεί δύο φορές.
Την πρώτη με τη Σοφία Μινέικο, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Ανδρέα Παπανδρέου και τη δεύτερη με την σπουδαία ηθοποιό Κυβέλη Ανδριανού, με την οποία απέκτησε επίσης ένα γιο, τον Γεώργιο Παπανδρέου.
ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ
Ο Πολυχρόνης Ι. Πολυχρονίδης ήταν Έλληνας δικηγόρος και πολιτικός.
Γεννήθηκε το 1907 στΙς 23 Φεβρουαρίου στα Χανιά της Κρήτης με καταγωγή από τα Ροδωπού Κισσάμου.
Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ήταν μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων.
Εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής Χανίων με το Κόμμα Φιλελευθέρων στις εκλογές του 1932 στη θέση του εκλιπόντος εξαδέλφου του, επίσης βουλευτή, Πολυχρόνη Δ. Πολυχρονίδη.
Εκλεγόταν συνεχώς μέχρι και το 1977.
Κατά την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά εκτοπίστηκε στη Νάξο.
Κατά τη γερμανική κατοχή, ανέπτυξε αντιστασιακή δράση και συνελήφθη από τους ναζιστές.
Από το 1948 έως το 1950, επί κυβερνήσεων Θεμιστοκλή Σοφούλη και Αλέξανδρου Διομήδη, διετέλεσε γενικός διοικητής Κρήτης.
Στις εκλογές του 1950, 1951 και 1952 εκλέχθηκε βουλευτής Χανίων με την ΕΠΕΚ του στρατηγού Πλαστήρα.
Στις κυβερνήσεις του Κέντρου των ετών 1950—1952, διετέλεσε υφυπουργός Εμπορίου από τις 27 Οκτωβρίου 1951 ως τις 11 Οκτωβρίου 1952.
Στις εκλογές του 1956 και 1958 ακολούθησε τον Σοφοκλή Βενιζέλο, ενώ το 1961 πρωτοστάτησε στην ενότητα των δημοκρατικών δυνάμεων και τη δημιουργία της Ενώσεως Κέντρου, με την οποία επανεκλέχθηκε βουλευτής στις εκλογές του 1961, 1963 και 1964.
Στις κυβερνήσεις του Γεωργίου Παπανδρέου, χρημάτισε υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας από τις 8 Νοεμβρίου 1963 ως τις 30 Δεκεμβρίου 1963, υπουργός Δικαιοσύνης από τις 17 Φεβρουαρίου 1964 ως τις 16 Οκτωβρίου 1964, και υπουργός Δημοσίας Τάξεως από τις 16 Οκτωβρίου 1964 μέχρι την Αποστασία και την ανατροπή της κυβέρνησης στις 15 Ιουλίου 1965.
Για τελευταία φορά εκλέχθηκε βουλευτής στις πρώτες εκλογές μετά τη Μεταπολίτευση, το 1974, με την Ένωση Κέντρου—Νέες Δυνάμεις (μετέπειτα ΕΔΗΚ). Το 1979, μετά από συνάντηση με τον Ανδρέα Παπανδρέου, προσχώρησε στο ΠΑΣΟΚ, όπου παρέμεινε έως το θάνατό του.
Πέθανε από οξύ πνευμονικό οίδημα την 1η Νοεμβρίου του 1985, σε ηλικία 78 ετών.
Με τα καλύτερα λόγια μίλησαν για τον Πολυχρόνη Πολυχρονίδη και το έργο του ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου και ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Χρήστος Σαρτζετάκης.
Στην αυλή του Πνευματικού Κέντρου των Χανίων-του οποίου υπήρξε ο εμπνευστής-στήθηκε αργότερα ο ανδριάντας του.
Ο Πολυχρόνης Πολυχρονίδης, στην μακρόχρονη πολιτική παρουσία του, αναγνωρίστηκε για τη σεμνότητα, το πολιτικό ήθος του, τη συνεπή θέση του στην δημοκρατική παράταξη, αλλά και για τη σημαντική προσφορά του σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.
Ως γενικός διοικητής Κρήτης την πολυτάραχη περίοδο 1948—1950, εισηγήθηκε και επέβαλε πολιτική κατευνασμού και ειρήνευσης, γεγονός που απέτρεψε την συνέχιση της ένοπλης ανταρτικής δράσης και την εκτόνωση των παθών στην Κρήτη.
Ως υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας υπέγραψε την πρώτη άδεια σύνδεσης της Κρήτης με φέρυ μπόουτ, αλλά και την ίδρυση της Σχολής Εμποροπλοιάρχων Χανίων.
Ως υπουργός Δικαιοσύνης είναι ο συντάκτης του νόμου για την «Προστασία της τιμής του πολιτικού κόσμου της Χώρας» (το πόθεν έσχες των πολιτικών), επίσης του νόμου «Περί καταργήσεως των εκτάκτων μέτρων» με βάση τον οποίο απελευθερώθηκαν όλοι οι τότε πολιτικοί κρατούμενοι. Αποφασισμένος επίσης να προχωρήσει ακώλυτη η ανάκριση για την δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, προχώρησε στη διοικητική δίωξη του τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ευνοούμενου των Ανακτόρων, Κων. Κόλλια.
Ως υπουργός Δημόσιας Τάξης προχώρησε σε μέτρα διασφάλισης της δημοκρατικής λειτουργίας των Σωμάτων Ασφαλείας, με χαρακτηριστική την επιλογή του αντιστράτηγου Νικολάου Παναγιωτακόπουλου, διώκτη του παρακράτους, ως Αρχηγού της Χωροφυλακής.
Σε τοπικό επίπεδο, είναι πολλά τα έργα τα οποία φέρουν την προσωπική του σφραγίδα ή είναι αποτέλεσμα των προσωπικών θέσεων και παρεμβάσεων.
Δείγματα όλων αυτών αναφέρονται στην έκδοση Πολυχρόνης Ι. Πολυχρονίδης της κοινότητας Ροδωπού Κισάμου Χανίων—1989 .
ΒΑΣΩ ΔΕΒΕΤΖΗ
Η Βάσω Δεβετζή ήταν Ελληνίδα πιανίστα.
Γεννημένη στις 9 Σεπτεμβρίουτο 1925 στη Θεσσαλονίκη από ευκατάστατη οικογένεια στην παιδική της ηλικία γνώρισε την αμέριστη υποστήριξη των γονιών της για την κλίση της προς τη μουσική.
Ήταν άλλωστε, σύμφωνα με την Ελληνίδα μουσικό, μία φυσική εξέλιξη, καθώς όπως χαρακτηριστικά έλεγε και η ίδια, «γεννήθηκα για να παίζω πιάνο, ένοιωθα ότι δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά».
Φοίτησε στο Ωδείο Θεσσαλονίκης, το μοναδικό τότε κρατικό ωδείο της χώρας, όπου συνδέθηκε με μια δυνατή φιλία με την Μαρία Καλογεροπούλου, που γίνεται μετέπειτα γνωστή ως Μαρία Κάλλας, φιλία που διατηρήθηκε μέχρι τον θάνατο της διάσημης υψιφώνου.
Το 1949 ξεκινά η μουσική της σταδιοδρομία στην Ελλάδα, η οποία όμως διακόπτεται από ένα σύντομο, όπως αρχικά θεωρούσε, ταξίδι στη Γαλλία, ως προσκεκλημένη της Μαργκερίτ Λονγκ, δεξιοτέχνιδας του πιάνου και μαθήτριας του Μωρίς Ραβέλ, για να συμμετάσχει στον ομώνυμο διαγωνισμό. Αυτή η επαφή ήταν αρκετή για να διακρίνει η κ. Λονγκ το ταλέντο της Βάσως Δεβετζή και να της προτείνει να διδάξει στη φημισμένη Σχολή της, αλλά και να συμμετέχει ως μέλος της κριτικής επιτροπής στη διοργάνωση μουσικών διαγωνισμών ταλέντων.
Στο Παρίσι αποκτά την εκτίμηση και συμπαράσταση από σημαντικές προσωπικότητες της μουσικής, όπως ο συνθέτης Ανρί Σωγκέ, ο κριτικός Ρενέ Ντυμενίλ, ο ομότεχνός της Ζακ Φεβριέ και ο Ζαν Ρουάρ, ο οποίος έμελλε να γίνει ο σύντροφος στη ζωή της.
Στις 15 Μαρτίου 1950 εμφανίζεται στη γαλλική τηλεόραση στα πλαίσια αφιερώματος για την Εθνική Παλιγγενεσία, έπειτα από προσωπική σύσταση του Γάλλου Προέδρου Ρενέ Κοτύ.
Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950, η Βάσω Δεβετζή πραγματοποιεί την πρώτη περιοδεία της στη Σοβιετική Ένωση, συμπράττοντας με τη φημισμένη Ορχήστρα Δωματίου της Μόσχας του Ρούντολφ Μπαρσάι. Εκεί γνωρίζεται με τον Νταβίντ Όιστραχ που ηχογραφεί μαζί της το 20ό κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα (Κ.466) του Μότσαρτ.
Η συνεργασία τους απετέλεσε και την έναρξη μιας μακράς φιλίας.
Τον Μάρτιο του 1963, λαμβάνει το Μέγα Βραβείο Δίσκου για τη εκτέλεση του έργου του Γάλλου συνθέτη Ανρί Σωγκέ.
Τον Ιανουάριο του 1968, η Βάσω Δεβετζή ερμηνεύει με επιτυχία το 3ο κονσέρτο του Μπετόβεν στη Μόσχα, με τον Κίριλ Κοντράσιν στο πόντιουμ. Την προσοχή προς την Ελληνίδα πιανίστα τράβηξε ο Γιεβγκένι Μραβίνσκι, μεγάλη προσωπικότητα της Σοβιετικής Ένωσης στο χώρο της μουσικής και αρχηγός της Φιλαρμονικής του Λένινγκραντ. Παρά το γεγονός ότι ο γνωστός μουσικός αρνούνταν στη μέχρι τότε μουσική του σταδιοδρομία να συμπράξει με σολίστ για την εκτέλεση κονσέρτων, η Βάσω Δεβετζή συνεργάζεται μαζί του και συμμετέχει σε πολλές περιοδείες της φιλαρμονικής στη Σοβιετική Ένωση.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης περιοδείας της στη Σοβιετική Ένωση, έρχεται σε επαφή και με μια άλλη σημαντική μορφή της ρωσικής μουσικής, τον βιολοντσελίστα Μστισλάβ Ροστροπόβιτς, με τον οποίο συνδέεται αργότερα με δυνατή φιλία, με τον οποίο συνεργάζεται στη συνέχεια.
Οι θερμές συστάσεις των Νταβίντ Όιστραχ και Ροστροπόβιτς δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε η Βάσω Δεβετζή να ξεκινήσει τις πρώτες εμφανίσεις της στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ αποκτά την υποστήριξη του ιμπρεσάριου και κινηματογραφικού παραγωγού Σολ Χιούροκ (Sol Hurok).
Στις 19 Αυγούστου 1975, σε ειδική εκδήλωση που διοργάνωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος προς τιμή του Μστισλάβ Ροστροπόβιτς, έλαβε ανταμοιβή για την προσφορά της στην μουσική μαζί με το διάσημο βιολοντσελίστα και την Τζίνα Μπαχάουερ.
Οι καλλιτέχνες όμως με τη σειρά τους προσέφεραν τα χρήματα για την αποκατάσταση των προσφύγων της Τουρκικής Εισβολής στην Κύπρο.
Το πρώτο της ταξίδι στο Παρίσι, ήταν καταλυτικό για την εξέλιξη της αναγνωρισιμότητάς της. Ενώ είχε φύγει αρχικά για 20 μέρες, τελικά απουσίασε από την Ελλάδα 40 χρόνια, αλλά επισκεπτόταν τακτικά και τη Θεσσαλονίκη.
Λόγω της καλλιτεχνικής πορείας σε διάφορες χώρες του κόσμου και την έφεσή της στις ξένες γλώσσες, μαθαίνει με ευκολία στην καριέρα της αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά και ιταλικά.
Η σχέση της Βάσως Δεβετζή με την Ελληνίδα ντίβα του λυρικού τραγουδιού Μαρία Κάλλας, συνέπεσε με την καλλιτεχνική άνθηση της πρώτης και την φωνητική κάμψη της δεύτερης.
Εν τούτοις, η θερμή φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους διατηρήθηκε αμείωτη μέχρι τον θάνατο της Μαρίας Κάλλας στην οποία η Βάσω Δεβετζή συμπαρίσταται στα τελευταία δύσκολα χρόνια της ζωής της.
Όταν η ντίβα πέθανε το 1977, η Δεβετζή μετέφερε από το Παρίσι την τέφρα της στην Ελλάδα και, παρουσία του τότε υπουργού πολιτισμού της Ελλάδος, την σκορπίζει στα νερά του Αιγαίου.
Μετά τον θάνατο της Κάλλας, η πιανίστα μειώνει τις εμφανίσεις της προκειμένου να αφιερωθεί στην μνήμη της αγαπημένης της φίλης.
Έτσι το 1980 ιδρύει με τον εκδότη και φίλο και των δύο καλλιτέχνιδων, Χρήστο Λαμπράκη και με τη συμβολή και άλλων προσωπικοτήτων από την Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ελβετία και τη Γερμανία, το διεθνές ίδρυμα «Μαρία Κάλλας», με έδρα την Ελβετία.
Ο κύριος σκοπός του ιδρύματος ήταν η προβολή του έργου της Μαρίας Κάλλας και η προστασία της μνήμης της.
Η Βάσω Δεβετζή απεβίωσε το 1987 στις 1 Νοεμβρίου 1987 στο Παρίση.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ
Ο Ιωάννης Γεωργάκης του Αποστόλου ήταν Έλληνας νομικός, πρύτανης Παντείου, πολιτικός και διπλωμάτης.
Γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 22 Οκτωβρίου του 1916.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το οποίο και αποφοίτησε το 1935. Το επόμενο έτος υπήρξε διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και το 1939 ανακηρύχθηκε υφηγητής αυτού.
Το 1941 εκλέχθηκε καθηγητής ποινικού δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, του οποίου διετέλεσε δύο φορές πρύτανης κατά τις περιόδους 1963 - 1964 και 1974 - 1975.
Κατά την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου το 1944 ανέλαβε διευθυντής του πολιτικού Οίκου του Αντιβασιλέως και Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και συμμετείχε ως παρατηρητής αυτού στη συμφωνία της Βάρκιζας.
To 1945 διορίστηκε υφυπουργός και γενικός διοικητής Επτανήσου.
Στις 18 Νοεμβρίου 1951 διορίστηκε γενικός διοικητής Δωδεκανήσου, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 20 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Το 1962 έγινε ο πρώτος πρόεδρος του νεοσύστατου Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων (ΟΣΚ)[4] και το 1966 ανέλαβε Πρόεδρος του ΕΟΤ (στις 03-02-1966 προέδρευσε για πρώτη φορά στο ΔΣ του ΕΟΤ).
Υπήρξε φίλος, μυστικοσύμβουλος και εκτελεστής της διαθήκης Αριστοτέλη Ωνάση και στη περίοδο 1966 - 1970 ανέλαβε πρόεδρος του εκτελεστικού συμβουλίου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, καθώς επίσης μέλος και πρόεδρος του Ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης, διαδεχόμενος την Χριστίνα Ωνάση μετά τον θάνατό της κατά την περίοδο 1988 - 1992. Υπήρξε πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού.
Επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή, μετά τη μεταπολίτευση, του απονεμήθηκε ο τίτλος του πρέσβη εκ προσωπικοτήτων, και ήταν ο πρώτος που εγκαινίασε αυτόν τον θεσμό αναλαμβάνοντας πρωτοβουλία ανάπτυξης σχέσεως Ελλάδας με Αραβικές χώρες.
Το 1977 διορίστηκε πρόεδρος της Διοικητικής Επιτροπής του Επιμελητηρίου Αναπτύξεως και Οικονομικής Συνεργασίας της Ελλάδος με τις Αραβικές χώρες καθώς και πρόεδρος του Δ.Σ. του Ελληνικού Μεσογειακού Κέντρου Αραβικών και Ισλαμικών Σπουδών.
Τον ίδιο χρόνο ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης Ρόδου.
Το 1978 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Β. Μίτσιγκαν. Το 1989 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα του ποινικού δικαίου. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1993 διορίστηκε υπηρεσιακός υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι και τις 13 Οκτωβρίου 1993.
Είχε τιμηθεί πλείστες φορές μεταξύ των οποίων και με το χρυσό μετάλλιο του Παντείου (1987).
Ομιλούσε επίσης αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά. Διέμενε μόνιμα στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετάνια Αθηνών όπου και διατηρούσε προσωπικό γραφείο.
Απεβίωσε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου του 1993.
Σύζυγός του ήταν η Μίνα Παπαδοπούλου - Γεωργάκη.
Κόρη του, η σκηνογράφος Χλόη Ομπολένσκι – Γεωργάκη.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ
Ο πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν Έλληνας θεολόγος και κληρικός.
Γεννήθηκε στον Πειραιά, στις 2 Μαρτίου 1927.
Έφυγε από την Ελλάδα και μετανάστευσε στην Αμερική, στις 15 Μαΐου 1927, με τους γονείς του και μεγάλωσε στην πόλη της Νέας Υόρκης στο Μανχάταν στην 46η οδό μεταξύ της 2ας και της 3ης Λεωφόρου.
Ήταν απόφοιτος του Ελληνικού Κολεγίου Μπρούκλαϊν, Μασαχουσέτης, της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Γέηλ, Διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ , Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου στην Θεσσαλονίκη και Επισκέπτης Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού του Πανεπιστημίου Μπαλαμάντ, του Λιβάνου από το 1970.
Σπούδασε ακόμη στο Ρωσικό Σεμινάριο του Αγίου Βλαδίμηρου της Νέας Υόρκης, στο επίσης Ρωσικό Ινστιτούτο Αγίου Σεργίου στο Παρίσι και στο Μόναχο της Γερμανίας.
Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1951 και έκτοτε διακόνησε ως εφημέριος σε διάφορες ενορίες των ΗΠΑ.
Μεταξύ των ετών 1958 και 1965 υπηρέτησε ως καθηγητής στη Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού, παραιτήθηκε όμως το 1965, διαμαρτυρόμενος για την απομάκρυνση του π. Γεωργίου Φλορόφσκι από την Σχολή.
Η εκλογή του για την Έδρα της Δογματικής στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης έγινε στις 12 Ιουνίου 1968, αλλά δεν διορίστηκε, γιατί κατηγορούνταν ως κομμουνιστής.
Τελικά ο διορισμός του έγινε το 1970. Το 1984, για προσωπικούς λόγους παραιτήθηκε με πλήρη σύνταξη.
Απεβίωσε την 1 Νοεμβρίου 2001, αφήνοντας πίσω του πλούσιο θεολογικό και ιστορικό έργο.
ΤΑΚΗΣ ΜΠΟΥΓΑΣ
Ο Τάκης Μπουγάς ήταν Έλληνας τραγουδοποιός και μουσικοσυνθέτης.
Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 11 Ιανουαρίου 1953 και έζησε όλα τα παιδικά του χρόνια στην Καστέλλα.
Σπούδασε από την ηλικία των 8 ετών στο Εθνικό Ωδείο με καθηγητή τον αείμνηστο αρχιμουσικό Μιχάλη Βούρτση, από όπου αποφοίτησε σε ηλικία 20 χρονών ολοκληρώνοντας τις μουσικές σπουδές (αρμονία, αντίστιξη, φούγκα, ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας). Παράλληλα αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών ως Μαθηματικός.
Από νωρίς συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού.
Ο Χάρρυ Κλυνν, τον οποίον θεωρεί μεγάλο δάσκαλο, τον έκανε μαέστρο.
Είχε γράψει την μουσική για πολλές επιτυχίες και από τα πρώτα του τραγούδια είναι το "Άννα", το οποίο τραγούδησε, πριν από πολλά χρόνια, για πρώτη φορά ο Κώστας Καράλης με στίχους του Καλαμίτση Γιάννη.
Το τραγούδι αυτό το ξανατραγούδησε ο Μιχάλης Χατζηγιάννης και επανέλαβε την επιτυχία σ' ένα πιο νεανικό κοινό. Το ίδιο έγινε και με το τραγούδι "Ετοιμάζω ταξίδι", το οποίο τραγουδήθηκε για πρώτη φορά από την Ελένη Δήμου και επανέλαβε την επιτυχία του πρόσφατα ο Γιώργος Γιαννιάς.
Ανάμεσα στα πιο γνωστά τραγούδια του συγκαταλέγονται τα: "Το κακό παιδί", "Κρίση", "Θέλω να γυρίσω στα παλιά", "Ένα", "Γυμνό", "Πας να με τρελάνεις" του Πάνου Καλίδη, τα "Αχ πόσο βαριέμαι", "Ένα κενό", "Είσαι το λάθος μου το τελευταίο", "Ζηλεύω", "Εδώ" και "Η φιλοσοφία μου" του Γιώργου Μαζωνάκη, "Αλλοιώτικη μέρα", "Φως'', "Μυαλό δεν θα βάλει αυτό το κεφάλι" με τον Δημήτρη Μητροπάνο κ.α.
Είχε συνεργαστεί κατά καιρούς με την Άννα Βίσση, τον Γιώργο Νταλάρα, την Πάολα, τον Βασίλη Καρρά, τον Δημήτρη Μητροπάνο, την Μελίνα Ασλανίδου, την Δέσποινα Βανδή, τον Άγγελο Διονυσίου, την Ευδοκία, τον Σαράντη Σαλέα, την Τάνια Τσανακλίδου, την Ελένη Βιτάλη, την Μαρινέλλα, τον Γιάννη Πάριο, τον Θέμη Αδαμαντίδη, τον Βλάσση Μπονάτσο, τον Αντύπα, τον Ανέστη Μαντά, τον Δημήτρη Μπάση, την Αλέκα Κανελλίδου, τον Χρήστο Δάντη, την Ελένη Δήμου, την Κωνσταντίνα, τη Βίκυ Μοσχολιού, την Άντζυ Σαμίου, τον Μανώλη Μητσιά, τον Γιώργο Μαζωνάκη, τον Νίνο, την Νατάσσα Θεοδωρίδου, τον Νίκο Μακρόπουλο, τον Πάνο Καλλίδη, την Πέγκυ Ζήνα, την Άντζελα Δημητρίου, τον Γιώργο Λιανό, την Κατερίνα Τοπάζη, τον Μανώλη Λιδάκη, την Ειρήνη Μερκούρη, τον Γιάννη Σαββιδάκη, τον Χάρρυ Κλύνν, τον Κώστα Καραφώτη, τον Χρήστο Αντωνιάδη, την Βίκυ Χαρίτου, τον Γιάννη Μπέκα και πολλούς άλλους.
Είχε συνεργαστεί με τον Χάρρυ Κλυνν, γράφοντας την μουσική σε 2 δίσκους.
Διετέλεσε 11 χρόνια μαέστρος του Γιώργου Μαζωνάκη, της Νατάσας Θεοδωρίδου, της Έλλης Κοκκίνου και πολλών άλλων.
Το 1990 άλλαξε τον τρόπο της νυχτερινής διασκέδασης, ξεκινώντας από το Chorus στη Θεσσαλονίκη και φτάνοντας στην Αθήνα, στο Romeo.
Είχε γράψει τραγούδι στον Αντώνη Ρέμο με τίτλο "Δεν ακούω κανέναν" σε στίχους της Ελένης Γιαννατσούλια και στον Γιάννη Πλούταρχο με τον τίτλο "Σ' έχω ανάγκη" σε στίχους Νίκου Σαρρή.
Είχε γράψει μουσική σε πολλές επιθεωρήσεις και σε ταινίες. Είχε περισσότερους από 30 χρυσούς και 20 πλατινένιους δίσκους.
Παντρεύτηκε την ηθοποιό Άννα Φόνσου το 1985 και έμειναν μαζί μέχρι το 1993 που πήραν διαζύγιο.
Απεβίωσε την 1η Νοεμβρίου 2021 στην Αθήνα, χτυπημένος από καρκίνο.
ΘΕΟΔΩΡΑ ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Η Θεοδώρα Καράγιωργα - Σταθακοπούλου ήταν Ελληνίδα αρχαιολόγος. Γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1936.
Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Tübingen και Βόννης. Αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1970.
Από το 1960 έως το 1995 υπηρέτησε στον Κλάδο των Επιμελητών και Εφόρων Αρχαιοτήτων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και κατά σειράν στις Εφορείες Αρχαιοτήτων Αρκαδίας – Λακωνίας, Κεντρικής Μακεδονίας, Ακροπόλεως Αθηνών, Ηλείας – Μεσσηνίας, Κορινθίας – Αργολίδας, Αρχαιοπωλείων και Ιδιωτικών Συλλογών, Αθηνών – Ελευσίνας – Μεγαρίδας και ενδιαμέσως στην Κεντρική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Διετέλεσε μέλος και πρόεδρος της Επιτροπής για τα έργα Συντήρησης του Ναού του Επικουρίου Απόλλωνος στις Βάσσες της Φιγαλείας (1982-1997). Διενήργησε ανασκαφές στην αρχαία Μαντίνεια, την αρχαία Ήλιδα, το αρχαίο Δώριον, τα Ακοβίτικα και την Καρποφόρα Μεσσηνίας, τον Άγιο Ανδρέα Κυνουρίας, τη Μεγαλόπολη. Διηύθυνε πλήθος σωστικών ανασκαφών στην πόλη των Αθηνών και σειρά έργων συντήρησης και ανάδειξης μνημείων και αρχαιολογικών χώρων στην Πελοπόννησο, Ελευσίνα και Μεγαρίδα.
Κυρίως, προγραμμάτισε, οργάνωσε και επέβλεψε την εκτέλεση των εκτεταμένων σωστικών ανασκαφών που προκάλεσαν τα μεγάλα δημόσια έργα στο ιστορικό κέντρο της Πρωτεύουσας το διάστημα 1982-1995.
Δίδαξε στα Σεμινάρια των δόκιμων Επιμελητών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού (1980, 1981, 1991, 1993), έλαβε μέρος σε τοπικά και διεθνή αρχαιολογικά συνέδρια και έδωσε κατά καιρούς διαλέξεις σε ελληνικά και ξένα εν Ελλάδι πνευματικά ιδρύματα.
Από το 1975 και συνεχώς έως το 2000 διετέλεσε ενεργό μέλος της Ελληνικής Επιτροπής του Διεθνούς Ιδρύματος για την έκδοση του Εικονογραφικού Λεξικού Κλασικής Μυθολογίας (LIMC).
Είναι ισόβιο μέλος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και αντεπιστέλλον μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου.
Πέθανε στην Αθήνα, στη 1 Νοεμβρίου 2022 (86 ετών)