" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗΣ
Ο Γεώργιος Χ. Παπαϊσιδώρου ή Παπασιδέρης ήταν Έλληνας συνθέτης, τραγουδιστής και στιχουργός.
Γεννήθηκε στη Σαλαμίνα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1902.
Ήταν το πέμπτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας του Χρήστου Παπαϊσιδώρου και της Αικατερίνης θυγ. Παναγιώτη Μπούνταλη.
Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια απασχολήθηκε σε βαριές εργασίες όπως: αγρότης, ναύτης σε εμπορικά καΐκια και καραγωγέας, έως ότου τον κέρδισε και δόθηκε εξ’ ολοκλήρου στο τραγούδι.
Το 1923 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο Πολεμικό Ναυτικό.
Το 1928 ο συνεργάτης της «Columbia» Λαμπρούλιας συναντήθηκε με τον Παπασίδερη, ύστερα από μεσολάβηση του Σαλαμίνιου λαουτιέρη Σιδέρη Ανδριανού, επαγγελματία μουσικού από οικογένεια μουσικών, που ήταν κουμπάρος του Λαμπρούλια και φίλος αγαπητός του Παπασίδερη.
Έκατσαν ώρες μαζί, συζήτησαν, τραγούδησαν. Ο έμπειρος Λαμπρούλιας ενθουσιάστηκε και του πρότεινε να συνεργαστεί με την «Columbia». Έτσι κι έγινε.
Ο Γιώργος Παπασίδερης βρέθηκε να ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι σε ηλικία 26 ετών, το 1928.
Αφού έγινε η ηχογράφηση η «μήτρα» μεταφέρθηκε στην Αγγλία όπου έγινε η αναπαραγωγή σε δίσκους 78 στροφών οι οποίοι ήλθαν στην Ελλάδα μετά από έξι μήνες, το 1929, οπότε κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος. Το τραγούδι αυτό ήταν αμανές.
Από τότε μέχρι το 1972 τραγούδησε αδιάκοπα δεκάδες τραγούδια σε δίσκους.
Στην αρχή ηχογράφησε ορισμένους αμανέδες, είδος τραγουδιού που όπως ξέρουμε απαιτεί ερμηνευτή με τεράστιες φωνητικές δυνατότητες.
Επίσης, τραγούδησε δημοτικά, καθώς και ρεμπέτικα τραγούδια όπως των Μάθεση, Τούντα, Περιστέρη, Σκαρβέλη, Μπαρούση, Ψυριώτη.
Την εποχή αυτή, αρχές του 1930 έπαιρνε απ’ την «Οdeon» 1.000 δραχμές για κάθε τραγούδι.
Επειδή οι φωνητικές του δυνατότητες το επέτρεπαν πολλές φορές ηχογραφούσε πολλά τραγούδια σε μια μέρα.
Έτσι κάποια φορά παρουσία του αδελφού του Δημήτρη ηχογράφησε σε μια μέρα τριάντα τραγούδια παίρνοντας το μυθικό, για την εποχή αυτή μεροκάματο, των τριάντα χιλιάδων δραχμών.
Το 1931 παντρεύτηκε την Αφροδίτη (Βίτα) θυγατέρα του Ισιδώρου Τσεβά.
Το 1932 απέκτησαν το μοναδικό τους παιδί, τον αγαπητό στη Σαλαμίνα γιατρό Χρήστο Παπαϊσιδώρου (+ 1992).
Το Νοέμβρη του 1940 ο Γιώργος Παπασίδερης, συμβάλλει κι αυτός στην εμψύχωση του Ελληνικού Στρατού, που πολεμούσε στο Αλβανικό μέτωπο γράφοντας τα τραγούδια: «Μες της Κλεισούρας τα βουνά» και «Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι». Κατά τη διάρκεια της Κατοχής τραγουδούσε κι άλλα, όπως τα: «Με δόξα να γυρίσετε», «Να’ μουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Αλβανία», «Και σεις βουνά της Κορυτσάς». Για τα τραγούδια αυτά τον κατάτρεχαν οι Ιταλοί.
Αυτά τα ηχογράφησε σε δίσκους αργότερα, το 1947.
Κάποια στιγμή συναντήθηκε με τη Σοφία Βέμπο και συζήτησαν για τη φυγή τους στην Αίγυπτο.
Η Βέμπο έφυγε, ο Παπασίδερης έμεινε. Οι Ιταλοί που τον «είχαν βάλει στο μάτι», ένα βράδυ τον ξυλοκόπησαν άγρια. Αυτή την περίοδο τραγουδούσε στο κέντρο «Έλατος» στην Ομόνοια.
Στη διάρκεια της καριέρας του, πήγε σε κάθε γωνιά της Ελλάδας από Ήπειρο, Θεσσαλία, Ρούμελη, Εύβοια, Αττική, Πελοπόννησο και σε αρκετά νησιά. Το 1972 πήγε στο Σικάγο της Αμερικής για ένα μήνα.
Στη δισκογραφία εκτός από την «Columbia» συνεργάστηκε και με άλλες εταιρείες όπως: «Οdeon», «Parlophon», «His Master Voice», «Dore» και άλλες.
Έχει ηχογραφήσει δεκάδες τραγούδια. Απ’ αυτά τα μισά περίπου είναι δικά του (στίχοι) και τα άλλα μισά παλιά δημοτικά τραγούδια (στίχοι και μουσική) που άλλα τραγούδησε όπως ήταν και άλλα συμπλήρωσε με στίχους του γιατί ήταν ξεκομμένα δίστιχα. Μάλιστα πολλά τα «διέσωσε» από την πιθανότητα να ξεχαστούν εντελώς, μέσω των ηχογραφήσεων του. Έχει γράψει επίσης στίχους για τραγούδια που έχουν ερμηνεύσει άλλοι τραγουδιστές.
Ο Παπασίδερης «διέσωσε δεκάδες παλιά δημοτικά από βέβαιο θάνατο» και τα ξαναπαρήγαγε δίνοντάς τους «ζωήν αιώνιoν».
Σε κάθε χωριό που πήγαινε και ιδιαίτερα στ’ απομακρυσμένα, επειδή δεν υπήρχαν ξενοδοχεία και ξενώνες για να μείνει, συνήθως τον φιλοξενούσαν άνθρωποι του τόπου που είχαν τη δυνατότητα.
Τις ώρες της ανάπαυλας συζητούσε με τους ντόπιους και κατέγραφε παλιά τραγούδια ολόκληρα ή ελλιπή τα οποία ηχογραφούσε και διέσωζε.
Στις περιοχές που πήγαινε να τραγουδήσει πολλές φορές έπρεπε να μείνει μέρες για τις εκεί γιορτές, γάμους κ.λ.π.
Σ’ αυτά του τα ταξίδια τον συνόδευε πάντα σχεδόν η σύζυγός του, η οποία ήταν απαραίτητη για τη διαμονή και την εμψύχωση του στα μεγάλα γλέντια που διατηρούσε ζωντανά για μέρες ολόκληρες.
Χαρακτηριστικό της δύναμης του είναι ότι πολλές φορές μετά από τριήμερα γλέντια, με ελάχιστη διακοπή 2-3 ωρών ανάμεσα στα 24ωρα, παράγγελνε άλλη ορχήστρα ξεκούραστη για να συνεχίσει άλλο τόσο «γλέντι», γιατί οι μουσικοί της πρώτης είχαν πάθει υπερκόπωση.
Ένα άλλο έργο που μας πρόσφερε ο Γιώργος Παπασίδερης είναι ότι μας έδωσε ταλέντα στη μουσική και το τραγούδι, που αλλιώς μπορεί να είχαν χαθεί.
Στις περιοδείες που έκανε γνώριζε νέους μουσικούς και τραγουδιστές και σε όσους διέβλεπε ταλέντο τους έφερνε στην «Columbia» σαν συνεργάτες του, που ξεκινούσαν την καριέρα τους κάνοντας δίσκο μαζί του.
Έτσι πολλοί απ’ αυτούς που βοήθησε ο Παπασίδερης στα πρώτα τους βήματα είναι σήμερα αναγνωρισμένοι και μερικοί κορυφαίοι στο είδος τους.
Αναφέρουμε τον Γιώργο Κόρο, τον Γιάννη Βασιλόπουλο, τη Σοφία Κολλητήρη και την Τασία Βέρρα.
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Γιάννη Βασιλόπουλου: «Δούλευα σε πανηγύρια, σε γάμους κ.λ.π. Μετά με είχε ακούσει σ’ ένα πανηγύρι στην Πάτρα και μ’ έφερε μετά στην Αθήνα και πρωτογραμμοφώνησα, ήταν ο πρώτος μου δίσκος με τον Παπασίδερη».
Στη Σαλαμίνα ο Γιώργος Παπασίδερης τραγουδούσε στα μεγάλα πανηγύρια της Παναγίας της Φανερωμένης στα μαγαζιά του Παναγιώτη Σκαλίθρα και Σωτήρη Παπασωτηρίου (Πούφη), της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, στο Αιάντειο (Μούλκι) στα μαγαζιά του Βασίλη Βασιλείου (Σπανού) και στου Χρήστου Γαβριήλ (Κολωνάκη). Της Αγίας Μαρίνας στην Κακή – Βίγλα στο μαγαζί του Ντίνου Πούτου.
Στο πανηγύρι της Φανερωμένης τραγούδησε ανελλιπώς επί 25 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του συνεργάστηκε με άριστους σολίστες, στο κλαρίνο με τους: Νίκο Καρακώστα, Κώστα Γιαούζο, Απόστολο Σταμέλο,Νίκο Ρέλλια, Γιώργο Ανεστόπουλο, Βασίλη Σαλέα τον παλιό, Χαράλαμπο Μαργέλη, Τάσο Χαλκιά, Βάϊο Μαλιάρα, Αντώνη Λαβίδα, Παναγιώτη Πέππα (από Θήβα), Παναγιώτη Κοκοντίνη, Γιάννη Βασιλόπουλο, Βασίλη Μπατζή, Πέτρο Καλύβα, Θανάση Σαλέα, Νίκο Ξηρό, Γιάννη Κυριακάτη, Θόδωρο Αγαπητό, Γιάννη Καραγιάννη, Κώστα Ανατσαλόπουλο, Γιώργο Καρακό. Στο βιολί με τους: Δημήτρη Σέμση (Σαλονικιό), Γιάννη Δραγάτση (Ογδοντάκη),Γιώργο Κόρο, Αλέκο Αραπάκη, Ιάκωβο Ηλία, Ανέστη Αρβανιτόπουλο, Θεμιστοκλή Αγγελή, Δημήτρη Λαβίδα, Παναγιώτη Σαρίκα, Γιώργο Αραπάκη.
Στο λαούτο: Μακρόχρονη υπήρξε η συνεργασία του με τον συμπατριώτη μας Σιδέρη Ανδριανό, Μήτσο Κωνσταντίνου ή Ψαρά, Απόστολο Κλαπαδώρα.
Στο ούτι: Αγάπιο Τομπούλη, Νίκο Σαραγούδα.
Στο σαντούρι: Κώστα Παλαιολόγο, Χρήστο Μαρίνο ή Χιώτη, Αλέκο Γκαραβέλη, Γιάννη Ζαφειρόπουλο, Δημήτρη Μπενέτο, Μανώλη Φιστιξή, Νίκο Καρατάσο.
Επίσης με τους: Λάμπρο Σαββαϊδη ή Λάμπρο στο κανονάκι, και Λάμπρο Λεονταρίδη ή Λάμπρο λυρατζή στη λύρα.
Στο τραγούδι με τους: Δημήτρη Καλλίνικο - Τσούση ή Δημήτρη Αραπάκη, Κώστα Καρύπη, Κώστα Ρούκουνα, Μήτσο Ατραϊδη, Νίκο Σαραγούδα, Βαγγέλη Σωφρονίου, Αντώνη Νταλγκά, Μιχάλη Μενιδιάτη, Δημήτρη Φραγκούλη, Κώστα Σκαφίδα, Γεωργία Μηττάκη, Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα Αμπατζή, Μαρίκα Πολίτισσα, Μαριάννα Χατζοπούλου, Γιασεμή Καταρτζόγλου, Σοφία Κολλητήρη, Τασία Βέρα, Μαρία Φλωροπούλου και τους Σαλαμίνιους: Προκόπη Καλιότσο, Μίμη Ανδριανό, Γιάννη Φερλέμη, Γιάννη Μπούτση, Δημήτρη Φράττη, Γιώτα Μπούκη.
Η φωνή του έμεινε αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου, γι’ αυτό και τραγουδούσε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του.
Η τελευταία φορά που τραγούδησε ήταν στα Τρίκαλα της Κορινθίας, την ημέρα του Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου) στο πανηγύρι.
Μετά από 24 μέρες απεβίωσε, στις 8 Οκτωβρίου του 1977 από ανακοπή.
Ο κορυφαίος του δημοτικού μας τραγουδιού άφησε την τελευταία του πνοή στο νησί που γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΔΗΜΟΣ
Ο Ιωάννης Χατζηδήμος του Κωνσταντίνου, ήταν Έλληνας δικηγόρος και πολιτικός.
Υπηρέτησε ως βουλευτής και ως δήμαρχος Σερρών.
Γεννήθηκε την 1 Δεκεμβρίου στις Σέρρες το 1911.
Σπούδασε νομικά στο ΑΠΘ και άρχισε να ασκεί τη δικηγορία στη συμπρωτεύουσα, από το 1935.
Έλαβε ενεργά μέρος στην Εθνική Αντίσταση και το 1944 φυλακίστηκε από τους Γερμανούς στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, στη Θεσσαλονίκη.
Διετέλεσε δήμαρχος Σερρών, υπηρετώντας από τις 3 Νοεμβρίου 1952 ως τις 21 Ιανουαρίου 1955.
Εξελέγη βουλευτής Σερρών με το κόμμα της ΕΡΕ το 1956, το 1958 και το 1961.
Ήταν πρόεδρος του συλλόγου "Ορφέας".
Ήταν παντρεμένος με την Νίνα Κωτσίδου και είχαν έναν γιο.
Πέθανε σε ηλικία 74 ετών στις 8 Οκτωβρίου 1986, και κηδεύτηκε την επομένη από τον ιερό ναό Ταξιαρχών Σερρών.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ
Διπλωμάτης, πανεπιστημιακός, λογοτέχνης, ακαδημαϊκός, δημοσιογράφος και πολιτικός.
Κορυφαία προσωπικότητα της νεοελληνικής ζωής του 20ου αιώνα, που διετέλεσε Πρόεδρος της Δημοκρατίας από το 1975 έως το 1980.
Γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 1899 και ήταν γιος του δικηγόρου και πολιτικού Δημήτρη Τσάτσου και της Θεοδώρας Ευστρατιάδου, που είχε γεννηθεί και ανατραφεί στην Τεργέστη.
Την εγκύκλια μόρφωση έλαβε στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια Μακρή, το Β' Γυμνάσιο Νεάπολης και το Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης, ενώ στη συνέχεια σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Παράλληλα με τις σπουδές του ασχολήθηκε με τα έργα των κλασσικών ελλήνων και λατίνων συγγραφέων, καθώς και με τη νεοελληνική λογοτεχνία και την ποίηση. Δημοσίευσε δύο τόμους ποιημάτων και θεατρικών έργων με το ψευδώνυμο Ύβος Δελφός.
Μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε δικηγόρος Αθηνών και από το 1918 έως το 1920 ο πολύγλωσσος Τσάτσος τοποθετήθηκε στην ελληνική διπλωματική αντιπροσωπεία στο Παρίσι.
Με την ιδιότητά του αυτή, συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών.
Ακολούθησαν η στρατιωτική θητεία (1920-1923) και οι μεταπτυχιακές σπουδές (1924-1928) στην κοινωνική φιλοσοφία και τη φιλοσοφία του δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης.
Τα τέσσερα χρόνια της φοίτησής του στο ονομαστό Πανεπιστήμιο στάθηκαν αποφασιστικός σταθμός στην κατοπινή εξέλιξη της κοσμοθεωρίας του και γενικά της σκέψης του.
Είχε την ευτυχία να έχει για δασκάλους τον Ρίκερτ, τον αναγνωρισμένο εκπρόσωπο της φιλοσοφίας των αξιών, τον Γιάσπερς, τον θεμελιωτή του νεώτερου υπαρξισμού, τον Ράντμπρουχ, κορυφαίο εκπρόσωπο της φιλοσοφίας του δικαίου, και τον Γκούντολφ, τον μεγαλύτερο γερμανό ιστορικό της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα ανέλαβε το δικηγορικό γραφείο του πατέρα του και το 1929 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Νομικής Σχολής με θέμα της διδακτορικής του διατριβής «Η Νομική ως τεχνική και επιστήμη», ενώ υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του περιοδικού - οργάνου της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας «Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας Επιστημών», μαζί με τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, σε μια προσπάθεια να αντιπαρατεθούν στον ανερχόμενο τότε και στη χώρα μας ιστορικο-υλιστικό μαρξισμό, που εκπροσωπούσε ο Δημήτρης Γληνός.
Το 1930 εξελέγη υφηγητής και το 1932 έκτακτος καθηγητής στη Νομική Αθηνών, στην έδρα της Εισαγωγής στην Επιστήμη του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά, συνελήφθη και εκτοπίσθηκε στη Σκύρο. Επί Κατοχής απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο και το 1944 διέφυγε στη Μέση Ανατολή.
Επανήλθε στα πανεπιστημιακά του καθήκοντα μετά την απελευθέρωση και το 1945 ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση Βούλγαρη, καθώς και το Υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών στην κυβέρνηση Κανελλόπουλου. Το 1946 παραιτήθηκε από το Πανεπιστήμιο και πολιτεύθηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Χρημάτισε Υπουργός Εθνικής Παιδείας στην Κυβέρνηση Σοφούλη (1949), καθώς και Υφυπουργός Συντονισμού στην Κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου (1951).
Το 1956 προσχώρησε στο νεοϊδρυθέν κόμμα της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ), με το οποίο εξελέγη βουλευτής επανειλημμένως. Υπηρέτησε ως Υπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως (1956-1958) και Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας στην Κυβέρνηση Καραμανλή (1961, 1963), καθώς και Υπουργός Δικαιοσύνης στη Κυβέρνηση Κανελλόπουλου (1967).
Μετά τη μεταπολίτευση, ανέλαβε το Υπουργείο Πολιτισμού στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Στις βουλευτικές εκλογές του 1974 εξελέγη Βουλευτής Επικρατείας με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας και διετέλεσε πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής, που διαμόρφωσε το ισχύον Σύνταγμα.
Στις 20 Ιουνίου 1975, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξελέγη από τη Βουλή Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με 210 ψήφους επί 295 παρόντων βουλευτών. Παρέμεινε στο ύψιστο πολιτειακό αξίωμα έως το Μάιο του 1980, οπότε τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής.
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος δημοσίευσε πλήθος επιστημονικών μελετών, νομικών και φιλοσοφικών συγγραμμάτων, καθώς και λογοτεχνικών έργων. Το 1974 υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περιοδικού «Ευθύνη». Το 1961 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της οποίας διετέλεσε Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος. Εξελέγη, επίσης, ξένος εταίρος στις Ακαδημίες Γαλλίας, Ρουμανίας και Μαρόκου, καθώς και μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών, Τέχνης και Γραμμάτων. Το 1980 του απονεμήθηκε το μέγα ευρωπαϊκό βραβείο Κουντενχόβε - Καλλέργη.
Το 1930 νυμφεύθηκε την Ιωάννα Σεφεριάδου, αδελφή του ποιητή Γιώργου Σεφέρη, με την οποία απέκτησε δύο κόρες: τη Δέσποινα Μυλωνά και τη χορογράφο Ντόρα Τσάτσου - Συμεωνίδη.
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, καταβεβλημένος από την επάρατο νόσο, πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 1987, σε ηλικία 88 ετών.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΙΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Χρήστος Χαιρόπουλος ήταν Έλληνας δημοσιογράφος, συνθέτης και συγγραφέας.
Γεννήθηκε στην Αθήνα τον 5 Μαΐου 1909 και ήταν γιος του Κωστή Χαιρόπουλου.
Σπούδασε νομικά και από πολύ νέος ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Το 1936 εξέδωσε μαζί με άλλους την εβδομαδιαία επιθεώρηση "Σαββατοκύριακο", και από το 1938 ανέλαβε την εφημερίδα του πατέρα του "Χρόνος".
Κατά τη διάρκεια της κατοχής εργάσθηκε σε διάφορα περιοδικά όπως "Εβδομάς", "Μπουκέττο", "Θησαυρός" κ.ά.
Μετά την απελευθέρωση επανήλθε στις εφημερίδες "Καιροί", "Αλλαγή", "Αθηναϊκή", "Έθνος", "Ακρόπολη", "Βραδυνή", "Εμπρός". Τότε άρχισε και τη καλλιτεχνική συνεργασία με τα περιοδικά "Φαντάζιο", "Φαντασία", "Πάνθεον" κ.ά.
Παράλληλα όμως με τη δημοσιογραφία άπό το 1928 αρχίζει να ασχολείται με την οπερέτα όπου και έγραψε τις οπερέτες: "Ντόλυ ...αν μ΄ αγαπούσες", "Η βασιλοπούλα της πλάκας", "Μοδιστρούλες της Αθήνας", "Το λαχείο", "Φτερό στον άνεμο" κ.ά.
Το 1936 ασχολήθηκε εκτός των παραπάνω και με το επιθεωρησιακό θέατρο όπου και έγραψε σε συνεργασία με άλλους την επιθεώρηση "Ντόπιο Πράμα".
Εκτός όμως και από τις θεατρικές συγγραφικές του ασχολίες άρχισε να γράφει και ελαφρά τραγούδια, όπως: "Γυναίκες - γυναίκες", "Όνειρο ήταν και πάει", "Πάολα", την πασίγνωστη "Ψαροπούλα", καθώς και μουσική και σενάρια ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου.
Επίσης ο Χρήστος Χαιρόπουλος ως λογοτέχνης έγραψε περίπου 100 μυθιστορήματα όπως "Μικρή Μαμά", "Ένα κορίτσι μέσ΄ τη βροχή" κ.ά., ιστορικά αναγνώσματα όπως "Δούκισσα της Πλακεντίας", "Μαντώ Μαυρογένους" κ.ά., καθώς και πολλά διηγήματα, ποιήματα και ιστορικές έρευνες.
Ο Χρήστος Χαιρόπουλος ήταν μέλος της ΕΣΗΕΑ, της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων και επίσης της Société des auteurs, compositeurs, éditeurs de musique. Μιλούσε επίσης αγγλικά, γαλλικά και ήταν κάτοικος Αθηνών.
Πέθανε στις 8 Οκτωβρίου του 1992.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ
Ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης ήταν Έλληνας ψυχίατρος, λογοτέχνης, πεζογράφος, ποιητής και δοκιμιογράφος.
Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη στις 25 Νοεμβρίου 1922.
Ο πατέρας του, Θεολόγης Νικολαΐδης, ήταν γιατρός. Είχε άλλα δύο αδέλφια την Κωνσταντίνα, καθηγήτρια Φυσικής (απεβ. 1975) και τον Νίκο, ψυχίατρο-ψυχαναλυτή, καθηγητή Ψυχανάλυσης στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης (1927-2016). Και τα τρία αδέλφια είχαν ενεργό συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση και φυλακίστηκαν.
Ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης φυλακίστηκε στην Κατοχή για δυο μήνες το 1942 από τους Ιταλούς, και στα Δεκεμβριανά τρεις μήνες (1944-45) από τους Άγγλους.
Μετά τα Δεκεμβριανά διαχώρισε τη θέση του από την πολιτική του ΚΚΕ.
Πρωτοπαρουσιάστηκε στη λογοτεχνία με το ποίημα «Μάθημα ανατομικής», που δημοσίευσε στο περιοδικό Φοιτητική Τέχνη (δεύτερο τεύχος, 1 Μαρτίου 1944).
Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ειδικεύτηκε στο Αιγινήτειο στην ψυχιατρική.
Εκεί εκπόνησε και τη διδακτορική του διατριβή που είχε θέμα «Το σύνδρομο της αποπροσωποποιήσεως».
Το 1954 πήγε στο Παρίσι με σκοπό να μετεκπαιδευτεί στην ψυχιατρική ως υπότροφος του γαλλικού κράτους.
Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τη ζωγράφο Ίνγκριντ-Τίλντα.
Μαζί της απέκτησε μια κόρη. Έζησε στη Γαλλία, τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και την Ελβετία, εργαζόμενος ως νευρολόγος-ψυχίατρος.
Επανήλθε στην Ελλάδα μετά την πτώση της Δικτατορίας.
Ήταν ο ιδρυτής του Διεθνούς Κέντρου Επιστημονικής Ορολογίας και Γλώσσας της Αθήνας το 1966, καθώς και ιδρυτικό μέλος του Ελληνικού Γλωσσικού Ομίλου. Ασχολήθηκε επίσης με την επιστημονική αρθρογραφία και τη λογοτεχνία, συνεργαζόμενος με τις εφημερίδες Το Βήμα, Journal de Geneve, Gazette de Lausanne, Frankfurter Allgemeine, Τα Νέα και με περιοδικά όπως τα Ελεύθερα Γράμματα, Νέα Εστία, Τραμ, Η λέξη, Καινούργια Εποχή, Δώμα, Τομές, Διαβάζω, κ.ά.
Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά της ελληνικής λογοτεχνίας. Το έργο του είναι επηρεασμένο από τη φροϋδική θεωρία, τον υπαρξισμό, τον σουρεαλισμό και τον λεττρισμό.
Ήταν μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (αντιπρόεδρος το 1978).
Έργα του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.
Του απονεμήθηκε το 1976 το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημά του Η εξαφάνιση.
Πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 1996.
ΛΥΣΙΜΑΧ0Σ ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ
Ο Λυσίμαχος Γρηγ. Σαραφιανός ήταν Έλληνας ιατρός και πολιτικός. Ήταν κλινικάρχης και βουλευτής Χαλκιδικής.
Γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου 1916 στην Αρναία Χαλκιδικής και σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας.
Το 1956 ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη την ιδιωτική κλινική που φέρει το όνομά του, με στόχο τη φροντίδα των αρρώστων "με ανθρώπινο πρόσωπο", σε ένα περιβάλλον με υψηλή τεχνογνωσία.
Κατήλθε ως υποψήφιος στις εκλογές του 1946 με τον Συνδυασμό Εθνικής Πολιτικής Ενώσεως (Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα) και πήρε 1093 ψήφους χωρίς να εκλεγεί.
Για πρώτη φορά εξελέγη βουλευτής με το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου το 1950 και με τον Ελληνικό Συναγερμό στις εκλογές του 1952.
Επανεξελέγη βουλευτής Χαλκιδικής με την ΕΡΕ στις εκλογές του 1956, του 1958 και του 1961.
Απεβίωσε στις 8 Οκτωβρίου το 2002.
Ήταν παντρεμένος με τη Χρυσάνθη Πολυμέρη και είχαν 1 γιο και 1 κόρη.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
Ο Κωνσταντίνος Ανδρέου ήταν Έλληνας ζωγράφος και γλύπτης, που χαρακτηρίστηκε από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα.
Γεννήθηκε στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας στις 24 Μαρτίου το 1917 από Έλληνες γονείς.
Ο πατέρας του ήταν Αιγυπτιώτης κυπριακής καταγωγής και η μητέρα του Αθηναία. Το 1925 η οικογένειά του επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε πρώτα στην Πάτρα για να καταλήξει τελικά στην Αθήνα.
Το 1932, το οικονομικό πρόβλημα της οικογένειας τον ανάγκασε να εργαστεί ως επιπλοποιός, ενώ ταυτόχρονα φοιτούσε στη Βιοτεχνική Νυκτερινή Σχολή.
Το 1940 παίρνει μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και αργότερα στη διάρκεια της Κατοχής συμμετέχει στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ.
Το 1945, κέρδισε μια υποτροφία από τη γαλλική κυβέρνηση και μετακόμισε στο Παρίσι. Το 1947, ξεκίνησε να χρησιμοποιεί μια νέα προσωπική του τεχνική για να εκφράζεται: χρησιμοποιώντας οξυγονοκολλημένα φύλλα ορείχαλκου.
Αυτή η νέα του τεχνική του επέτρεψε να εκφράσει τη δημιουργία του με έναν τρόπο που δεν είχε καμιά σχέση με την παράδοση.
Στο Παρίσι γνωρίζεται με μεγάλους καλλιτέχνες και πνεύματα και συνεργάζεται, μεταξύ άλλων, και με τον Λε Κορμπυζιέ (Le Corbusier), τον μεγάλο Ελβετό αρχιτέκτονα.
Ο Ανδρέου επίσης είχε την ευκαιρία να εκθέσει με κάποιους από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα, όπως ο Πάμπλο Πικάσο (1961 και 1962), ο Ανρί Ματίς (1961) και ο Μαξ Ερνστ (1962).
Το 1998, του απονεμήθηκε το βραβείο «Gran Prix d'Antoine Pevsner» για τη γλυπτική του και το 1999, η βιβλιοθήκη του δήμου του Ville-du-Bois, όπου διέμενε ο Ανδρέου όταν ήταν στη Γαλλία, μετονομάστηκε προς τιμήν του.
Το 2000, του απονεμήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση ο τίτλος «Croix de Chevalier de la Légion d'honneur».
Το 2001, του απονεμήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση ο τίτλος «Commandeur de l'Ordre des Arts et des Lettres» (ανώτατος βαθμός της Légion d'honneur).
Έργα του Ανδρέου βρίσκονται σε πολλές συλλογές στην Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Ασία.
Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ).
Ο Ανδρέου πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 2007, στο σπίτι του στην Αθήνα ενώ ασχολιόταν με τη συγγραφή βιβλίου και επίσης προετοιμαζόταν για μια ακόμη έκθεση.
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΤΑΚΟΣ
Ο Στυλιανός Γ. Παττακός ήταν Έλληνας καθαιρεθείς αξιωματικός (υποστράτηγος Τεθωρακισμένων) του Ελληνικού Στρατού και ένας από τους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου μαζί με τον Συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο και τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Μακαρέζο, που ανέτρεψαν τον Πρωθυπουργό Παναγιώτη Κανελλόπουλο και εγκαθίδρυσαν στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα.
Διετέλεσε Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης (1967–1973) και Υπουργός Εσωτερικών (1967–1971).
Ήταν επίσης συγγραφέας πολλών, κυρίως αυτοβιογραφικών, βιβλίων σχετικά με την δικτατορία της 21ης Απριλίου και την στρατιωτική του πορεία.
Γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1912 στην Αγία Παρασκευή της επαρχίας Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου στην Κρήτη και ήταν τέκνο αγροτικής οικογένειας.
Συμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο ως Διοικητής ίλης της 11ης Ομάδος Αναγνωρίσεως της 11ης Μεραρχίας Πεζικού, ενώ κατά τη διάρκεια της Κατοχής ήταν μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης «Όμηρος» και της Ιερής Ταξιαρχίας.
Σπούδασε στη Σχολή Πολέμου και κατάφερε να φτάσει μέχρι τον βαθμό του ταξιάρχου. Το 1964 ανέλαβε τη διοίκηση Τεθωρακισμένων του Β΄ Σώματος Στρατού στη Βέροια[9] και μερικούς μήνες πριν το Πραξικόπημα τη διοίκηση του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων με έδρα το Γουδή.
Ο Παττακός φέρεται να προσχώρησε οριστικά στην ομάδα των πραξικοπηματιών κατά τα τέλη του 1966.
Κατόπιν υπήρξε με τους Γεώργιο Παπαδόπουλο και Νικόλαο Μακαρέζο, μέλος της τριμελούς ηγετικής ομάδας που πρωτοστάτησε στην εκδήλωση του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου.
Όπως και η υπόλοιπη ηγετική ομάδα, ο Παττακός είχε σχέση με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, ενώ ο ίδιος είχε εκπαιδευτεί στις ΗΠΑ.
Στο επιχειρησιακό κομμάτι του πραξικοπήματος, ο ρόλος του Παττακού ήταν υψίστης σημασίας, καθώς ως Διοικητής του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων, ήλεγχε τις μονάδες των τεθωρακισμένων που ήταν απαραίτητες για την κατάληψη της Αττικής.
Είχε μετατεθεί στη συγκεκριμένη θέση τον Οκτώβριο του 1966.
Επίσης, τις παραμονές του πραξικοπήματος, φρόντισε με την αδιάλλακτη στάση του να κάμψει τους τελευταίους ενδοιασμούς των υπόλοιπων συνωμοτών.
Τον Απρίλιο του 1967, μετά την επικράτηση του πραξικοπήματος ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών.
Με δικές του ενέργειες, γκρεμίστηκε το 1970 ο ναός του Σωτήρος (San Salvatore) ή Βαλιδέ Τζαμί, σημαντικό μεσαιωνικό μνημείο του Ηρακλείου, το οποίο χτίστηκε τον 13ο αιώνα ως ρωμαιοκαθολικός ναός γοτθικού τύπου και μετατράπηκε επί Τουρκοκρατίας σε τζαμί και αργότερα σε σχολείο.
Το 1971 τοποθετήθηκε στη θέση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, εξέλιξη που οδήγησε στην αποδυνάμωσή του.
Διατηρήθηκε στο συγκεκριμένο αξίωμα μέχρι το 1973.
Την περίοδο της Επταετίας του είχε απονεμηθεί το παρατσούκλι «Μυστράκιας», επειδή εγκαινίαζε δημόσια έργα κρατώντας ένα οικοδομικό μυστρί.
Μετά την πτώση της χούντας Ιωαννίδη και την αποκατάσταση της δημοκρατίας, συνελήφθη στις 23 Οκτωβρίου 1974 και μεταφέρθηκε στην Κέα, ενώ στις 20 Ιανουαρίου 1975 προφυλακίστηκε.
Στη Δίκη που ακολούθησε, το Πενταμελές Εφετείο υπό την προεδρία του Γιάννη Ντεγιάννη τον έκρινε ένοχο στάσης και εσχάτης προδοσίας και τον καταδίκασε σε θάνατο, αλλά η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη από την πολιτική εξουσία. Κατόπιν, καθαιρέθηκε με Προεδρικό Διάταγμα από τον στρατιωτικό του βαθμό.
Το 1983 ζήτησε την επανάληψη της δίκης του, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 1990 αποφυλακίστηκε «λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας του» με την υποχρέωση να παρουσιάζεται ανά 15 ημέρες στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του και ανά 5 μήνες στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων.
Το 1940 παντρεύτηκε την Δήμητρα Νικολαΐδου, κόρη του Νικολάου Νικολαΐδη, σύμβουλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και μαζί απέκτησαν δύο κόρες, την Ρόζα Μεϊντάση (γενν. 1946), σύζυγο του μηχανικού Ανδρέα Μεϊντάση και την Ρένα Παύλου (γενν. 1949), καθώς και πέντε εγγόνια.
Η Δήμητρα Παττακού απεβίωσε από ανακοπή καρδιάς στις 10 Φεβρουαρίου 2013, σε ηλικία 90 ετών.
Ο Παττακός μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο της Αθήνας δύο μέρες μετά, έπειτα από πρόβλημα υγείας που προκλήθηκε μετά την είδηση του θανάτου της, το οποίο ξεπεράστηκε άμεσα και επέτρεψε στο σπίτι του την ίδια μέρα.
Η απώλεια της συζύγου του τού στοίχισε πολύ, σε σημείο που είχε σταματήσει να τρώει και ήθελε να αφαιρέσει την ζωή του.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του η υγεία του είχε κλονιστεί σοβαρά, όντας πλέον κατάκοιτος, τυφλός και ανήμπορος να ανταπεξέλθει στα προς το ζην, ενώ από το 2010 χρησιμοποιούσε και βηματοδότη.
Απεβίωσε από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη στον ύπνο του στο σπίτι του στα Πατήσια, τα ξημερώματα της 8ης Οκτωβρίου 2016, σε ηλικία 103 ετών.
Δύο μέρες νωρίτερα, τρεις άγνωστοι που είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, παραβίασαν την πόρτα της μονοκατοικίας όπου διέμενε στην οδό Σεβρών 15, η οποία ήταν προίκα της γυναίκας του και αφού ακινητοποίησαν την αλλοδαπή οικιακή βοηθό, έκλεψαν κοσμήματα, συλλεκτικά νομίσματα και αναμνηστικά μετάλλια. Ωστόσο ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε το περιστατικό καθώς κοιμόταν.
Η σορός του έφτασε με το πλοίο γραμμής στην Σούδα Χανίων το πρωί της Τρίτης 11 Οκτωβρίου 2016 και μεταφέρθηκε στη γενέτειρά του, όπου και κηδεύτηκε το ίδιο μεσημέρι στον Ιερό Ναό Αγίου Στυλιανού Αγίας Παρασκευής Αμαρίου.
Το παρών στην κηδεία έδωσαν οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής Κωνσταντίνος Μπαρμπαρούσης, Χρήστος Παππάς, καθώς και άλλα στελέχη του κόμματος.
ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ
Η Λούλα (Αγγελική-Θεανώ) Αναγνωστάκη ήταν Ελληνίδα θεατρική συγγραφέας και από τις σπουδαιότερες γυναικείες μορφές των ελληνικών γραμμάτων.
Γεννήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1928 στη Θεσσαλονίκη.
Ήταν μικρότερη αδελφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη.
Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στην Αυστρία.
Παντρεύτηκε τον συγγραφέα και καθηγητή ψυχιατρικής Γιώργο Χειμωνά και ήταν η μητέρα του συγγραφέα Θανάση Χειμωνά.
Πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 2017.
Έγραψε 12 θεατρικά έργα με τα οποία αναμοχλεύει τα σημαντικότερα θέματα της μεταπολεμικής περιόδου στην Ελλάδα όπως το τραύμα, η μοναξιά, η ενοχή και η ήττα.
Τα πρώτα τρία μονόπρακτα έργα της ανέβηκαν για πρώτη φορά στη σκηνή το 1965 και εκδόθηκαν σε βιβλίο το 1974 : ήταν η Η διανυκτέρευση, Η πόλη και Η παρέλαση.
Αυτά πρωτοπαρουσιάσθηκαν σε μία ενιαία παράσταση στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» από τον Κάρολο Κουν.
Ακολούθησε το τρίπρακτο έργο Η συναναστροφή, που παρουσιάσθηκε στο Εθνικό Θέατρο το 1967.
Τα μεταγενέστερα έργα της έχουν ανεβεί στην Ελλάδα από το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» και σε πολλές ευρωπαϊκές σκηνές όπως στην Κύπρο, τη Γαλλία, την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Πολωνία, τη Γερμανία, την Ισπανία και τις ΗΠΑ.
Τα ερμήνευσαν καλλιτέχνες όπως οι Πιττακή, Ζαβιτσιάνου, Κονιόρδου, Λαζαρίδου, Αρμένης, Τζώρτζογλου και τα σκηνοθέτησαν οι Κουν, Βογιατζής, Τριβιζάς, Παπαβασιλείου, Κουγιουμτζής και Αρδίττης.