" ΗΡΘΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΨΥΧΟΥΝΤΑΚΗΣ
Ο Γεώργιος Ψυχουντάκης ήταν Έλληνας μαχητής της αντίστασης στην Κρήτη κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Γεννήθηκε στην Ασή Γωνιά, ένα χωριό μερικών εκατοντάδων κατοίκων στη δυτική Κρήτη, στις 3 Νοεμβρίου 1920.
Το χωριό δεν εξυπηρετείτο από δρόμους μέχρι τη δεκαετία του 1950.
Ήταν ο Πρώτος γιος του Νικολάου και της Αγγελικής, που είχαν μια από τις φτωχότερες οικογένειες στο χωριό. Ζούσαν σε μια μονόχωρη κατοικία με χωμάτινο δάπεδο.
Τέλειωσε το δημοτικό σχολείο του χωριού, έγινε βοσκός, φυλάσσοντας τα λίγα αιγοπρόβατα της οικογένειάς του.
Γνώρισε με λεπτομέρεια την γεωμορφολογία της δυτικής Κρήτης.
Όταν οι Ναζί εισέβαλαν στην Κρήτη στις 20 Μαΐου 1941, ο Ψυχουντάκης πήγε αμέσως στην κοντινότερη πόλη που ήταν η Επισκοπή Ρεθύμνης, περίπου 15 χλμ. μακριά.
Έλαβε μέρος σε μια φτωχικά οπλισμένη αντίσταση η οποία σύντομα ακολουθήθηκε από την ήττα των συμμάχων.
Οι Κρητικοί έκρυψαν πολλές εκατοντάδες ανθρώπους των βρετανικών δυνάμεων οι οποίοι έμειναν στο νησί, και η αντίσταση οργανώνσε την μετακίνησή τους προς τα νότια παράλια. Από εκεί οι Βρετανοί απεστάλησαν στην Αίγυπτο.
Ο Ψυχουντάκης βοήθησε οδηγώντας ομάδες από χωριό σε χωριό. Μέχρι το φθινόπωρο του 1941, η S.O.E. είχe αρχίσει να οργανώσει με τoυς Βρετανούς αξιωματικούς στο νησί, μεταξύ των οποίων ήταν ο Πάτρικ Λη Φέρμορ.
Έφτασε λαθραία από τη θάλασσα τον Ιούλιο του 1942. Ο Ψυχουντάκης ενήργησε ως μαντατοφόρος του Λη Φέρμορ, μεταφέροντας μηνύματα μεταξύ των ομάδων αντίστασης και οδηγώντας ομάδες στρατιωτικών που δεν γνώριζαν την περιοχή.
Οι μαχητές της αντίστασης αντιμετώπισαν τα καυτά Κρητικά καλοκαίρια και τους πολύ κρύους χειμώνες, ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές.
Τα τρόφιμα συχνά δεν ήταν αρκετά και οι αγωνιστές υπέφεραν κρυμμένοι στο κρύο, σε σπηλιές που έσταζαν και με βαθύ χιόνι απ' έξω.
Οι μαχητές του νησιού ποτέ δεν λιποψύχισαν; ήλπιζαν ότι η Κρήτη θα αποτελούσε την αφετηρία για την εισβολή στην Νότια Ευρώπη.
Το νησί απελευθερώθηκε το 1945.
Οι Βρετανοί προσφέρθηκαν να πληρώσουν τον Ψυχουντάκη για τις υπηρεσίες του αλλά αυτός αρνήθηκε.
Είπε ότι εργάστηκε για τη χώρα του και όχι για τα χρήματα.
Μετά την απελευθέρωση, ο Ψυχουντάκης συνελήφθη ως λιποτάκτης και υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό για 16 μήνες παρά το γεγονός ότι είχε τιμηθεί με το μετάλλιο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (British Empire Medal Β.Ε.Μ.) για την άξια προσφορά του .
Αμέσως μετά τον πόλεμο ο Γιώργης Ψυχουντάκης, βόσκοντας κάποια λίγα πρόβατα και εργαζόμενος εδώ και εκεί, στον ελεύθερο χρόνο του, τις νύχτες ως επί το πλείστον, κάτω από το φως του λυχναριού, έγραφε τις νωπές ακόμα αναμνήσεις του από την Γερμανική κατοχή.
Όταν διάβασε τις χειρόγραφες σημειώσεις, ο Λη Φέρμορ τις μετέφρασε στα Αγγλικά και βοήθησε να δημοσιευθούν με τον τίτλο The Cretan Runner (Ο Κρητικός Μαντατοφόρος).
Από τότε το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε πολλές Ευρωπαϊκές γλώσσες.
Στη συνέχεια εργάστηκε στην καύση κάρβουνου, για να συντηρήσει την οικογένειά του.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έγραψε το βιβλίο Αετοφωλιές της Κρήτης, στο οποίο πραγματεύεται την ζωή και τα έθιμα των ανθρώπων στο χωριό του την Ασή Γωνιά.
Ο Γιώργος ήταν από τη φύση του ανθρωπολόγος καθώς και ταλαντούχος συγγραφέας με εκπληκτική μνήμη.
Ήταν πολύ φτωχός. Δεν είχε χρήματα για να αγοράσει μολύβι και χαρτί.
Το 1968 ο Barrie Machin, ένας Εγγλέζος ανθρωπολόγος που ήρθε και έκανε την διατριβή του οικογενειακώς στην Ασή Γωνιά, μένοντας στο χωριό για εννέα μήνες, του άφησε έναν τεράστιο σωρό από καρτέλες διαστάσεων 10 επί 12.5 εκατοστά και στυλό και έτσι θα μπορούσε πλέον να γράψει.
Ξεκίνησε την Οδύσσεια την ίδια χρονιά.
Το 1979 εκδίδεται η μετάφρασή του στην «Οδύσσεια», και στα 1995 στην «Ιλιάδα» από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Ο Ψυχουντάκης συνέβαλε σημαντικά στον πολιτισμό της Κρήτης. Έμαθε από την προφορική ποιητική παράδοση της Κρήτης και με την γραφή του συνέβαλε και ο ίδιος σε αυτήν.
Με την προτροπή και στήριξη του κουμπάρου του Μανούσου Κ. Μανουσάκη μετέφρασε τα έργα του Ομήρου, Ιλιάδα (560 σελίδες) και Οδύσσεια (474 σελίδες), από τα αρχαία ελληνικά στην Κρητική διάλεκτο σε δεκαπεντασύλλαβο ομοιοκατάληκτο, και γι' αυτό του το έργο τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών.
Με δεδομένο ότι είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο του χωριού του, το επίτευγμά του ήταν αξιοσημείωτο
Από το 1974 μέχρι τη συνταξιοδότησή του, ο Ψυχουντάκης, μαζί με ένα άλλο μαχητή της ελληνικής αντίστασης, Μανώλη Πατεράκη, , ήταν επιστάτες στο Γερμανικό Νεκροταφείο στο Λόφο 107 πάνω από το Μάλεμε.
Ο Γιώργος Ψυχουντάκης έθαψε τον Bruno Brauer, όταν τον έφεραν στην Κρήτη, όπου και ενταφιάστει αργότερα, στη δεκαετία του 1970.
- Πέθανε στις 29 Ιανουαρίου 2006.
Από το 2018 υπάρχει στο χωριό του Ασή Γωνιά ένα Μουσείο Ιστορικό και λαογραφικό, προσανατολισμένο και αφιερωμένο στον Γιώργη Ψυχουντάκη, από τον γιο του Νίκο, σε ένα πετρόχτιστο οίκημα κατασκευασμένο από τον Γιώργη.
ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ
Ο Σπύρος Καλογήρου γεννήθηκε στην Κυψέλη, στις 3 Νοεμβρίου 1922 και ήταν Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, που ταυτίστηκε με τον ρόλο του κακού στην μεγάλη οθόνη. Χαρακτηριστική ήταν η τρεμάμενη φωνή του και το άγριο παρουσιαστικό του.
Μετά το δημοτικό τελείωσε τη Σεβαστουπούλειο Εργατική Σχολή, όπου γράφτηκε για το φαγητό που προσέφεραν στους σπουδαστές μιας και η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή.
Από τα εφηβικά του χρόνια εργαζόταν ως φωτογράφος και διατηρούσε ένα φωτογραφείο μαζί με τον αδερφό του, το οποίο του εξασφάλιζε ικανοποιητικά κέρδη.
Παράλληλα ασχολούνταν ερασιτεχνικά με το θέατρο και έγραφε και στίχους, τους οποίους διάβαζε στον ραδιοφωνικό σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Εκεί τον άκουσε κάποτε ένας σκηνοθέτης και τον προέτρεψε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την ηθοποιία και να γραφτεί σε μια σχολή υποκριτικής.
Όταν ο Καλογήρου αρνήθηκε, ο σκηνοθέτης της ΥΕΝΕΔ επέμεινε και τελικά τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου.
Εκεί εκτός από τα εφόδια που πήρε για την μετέπειτα καριέρα του, είχε την τύχη να γνωρίσει το 1952 και την γυναίκα της ζωής του, την κατά 13 χρόνια μικρότερή του ηθοποιό Ευαγγελία Σαμιωτάκη (1935-2017).
Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1955, με τον θίασο του Νίκου Χατζίσκου στον «Ερωτόκριτο» και ακολούθησε ο «Άμλετ».
Η θεατρική του σταδιοδρομία άρχισε ουσιαστικά να διαμορφώνεται με την ένταξή του στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» του Καρόλου Κουν, το 1960, με το οποίο έπαιξε σε ιστορικές παραστάσεις (π.χ. «Όρνιθες», «Πέρσες») σε Ελλάδα και εξωτερικό. Συνεργάστηκε με τους θιάσους των Λεού, Ροντήρη, Μινωτή, Σολομού, Κουν, Κατράκη, Μυράτ, Λαμπέτη, Κατερίνας κ.ά.
Έπαιξε σε πολλές ταινίες, και στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο, και όταν έκανε αντίστοιχους ρόλους ήταν πολύ πειστικός.
Συμμετείχε και σε πολλές θεατρικές παραστάσεις αλλά δεν είχε πολλές συνεργασίες με τη γυναίκα του, καθώς εκείνη ήταν στο Εθνικό Θέατρο και ο ίδιος αχολούνταν με το ελεύθερο θέατρο.
Μετά το '80 έκαναν τον δικό τους θίασο, ανέβασαν παραστάσεις και πραγματοποίησαν περιοδείες.
Έπαιξε σε περίπου διακόσια θεατρικά έργα και σε όλα τα είδη του θεάτρου, κλασικούς και σύγχρονους συγγραφείς, από θέατρο του παραλόγου (Ευγένιος Ιονέσκο) μέχρι επιθεώρηση, αλλά και σε πολλά του ελληνικού δραματολογίου.
Από τους τελευταίους, χαρακτηριστικούς ρόλους του στη σκηνή, στον οποίο υπήρξε απολαυστικός, ήταν αυτός του Λουκά στο «Λόγω φάτσας» του Γιώργου Διαλεγμένου, που σκηνοθέτησε ο Αντώνης Αντύπας στο «Απλό Θέατρο» (1993-1995).
Το καλοκαίρι του 1996 εμφανίστηκε με τον Θύμιο Καρακατσάνη στο «Καραγκιόζη-Ντριμ», ερμηνεύοντας τον μπαρμπα-Γιώργο, ενώ το 1999 έπαιξε στο πλευρό της Μιμής Ντενίση στο «Εγώ η Λασκαρίνα».
Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1955 στην ταινία του Ντίμη Δαδήρα Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας.
Έκτοτε συμμετείχε σε περισσότερες από 60 ταινίες, μαζί με τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού σινεμά.
Εμφανίστηκε σε περίπου 55 ταινίες, ανάμεσά τους οι: Η Αθήνα τη νύχτα, Στεφανία, Κοντσέρτο για πολυβόλα, Η νεράιδα και το παλικάρι, Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά, Η Μαρία της σιωπής, Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο, Στάκαμαν.
Όμως, η ταινία που άφησε εποχή ήταν η Λόλα, στην οποία ο Σπύρος Καλογήρου είχε πει την αξέχαστη φράση «Είναι πολλά τα λεφτά Άρη», προς τον τότε συμπρωταγωνιστή του Νίκο Κούρκουλο για τα «μάτια» της Τζένης Καρέζη.
Το 1966, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, του απονεμήθηκε τιμητική διάκριση για την ερμηνεία του στη μικρού μήκους ταινία Τζίμης ο Τίγρης του Παντελή Βούλγαρη και οι κριτικοί κινηματογράφου τού απένειμαν το 1971 τον Αργυρό Απόλλωνα για τον ρόλο του στην ταινία Κατάχρηση εξουσίας. Τιμήθηκε με τη Χρυσή Κεφαλή του «Θεάτρου Βαχτάγκοφ» της Μόσχας.
Εμφανίστηκε και σε τηλεοπτικές σειρές (Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή).
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε υιοθετήσει την τακτική «να τα πουλάς και να τα αγοράζεις όλα. Να τον ξεγελάσεις, να τον κλέψεις, να τον φέρεις βόλτα τον Γερμανό».
Ο ίδιος υποστήριζε ότι υπήρξε σαλταδόρος, μαυραγορίτης, έμπορος λαθραίων τσιγάρων και λωποδύτης, χωρίς ποτέ κανείς να μάθει αν έλεγε αλήθεια ή όχι.
Αν και με την σύζυγό του είχαν αρκετά χρόνια διαφορά (εκείνος ήταν 30 και εκείνη 18), συνέχισαν την γνωριμία τους και λίγο αργότερα παντρεύτηκαν.
Το ζευγάρι έμεινε μαζί για περισσότερα από 50 χρόνια και απέκτησαν έναν γιο, ο οποίος τους χάρισε στην συνέχεια μια εγγονή, την μικρή Ευαγγελία.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής τους είχαν αποσυρθεί από το χώρο του θεάματος και περνούσαν τις περισσότερες ημέρες στο εξοχικό τους.
Απεβίωσε στις 27 Ιουνίου 2009, σε ηλικία 86 ετών, στο Τζάνειο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν από την Πρωτομαγιά.
ΜΑΡΩ ΛΥΤΡΑ
Η Μάρω Λύτρα (πραγματικό όνομα: Μαρία Λύτρα, είναι Ελληνίδα τραγουδίστρια.
Γεννήθηκε στο Μόντρεαλ του Καναδά στις 3 Νοεμβρίου 1970 από Έλληνες γονείς με καταγωγή από Λευκάδα και Μεσολόγγι.
Σπούδασε μουσική στο McGill University Conservatory of Music. Για αρκετά χρόνια εργαζόταν σε νυχτερινά μαγαζιά στο Μόντρεαλ κρυφά από τους γονείς της. Λίγο αργότερα γνώρισε τον Έλληνα μουσικό Αχιλλέα Πίτσιο, με τον οποίο παντρεύτηκε.
Είχε παντρευτεί τον Έλληνα μουσικό Αχιλλέα Πίτσιο, από τον οποίο πήρε διαζύγιο μετά τη συμμετοχή της στο μουσικό ριάλιτι «Fame Story» το 2004.
Έπειτα, υπήρξε σε σχέση με τον τραγουδιστή και συμπαίκτη της στο ριάλιτι, Κώστα Καραφώτη (2004-2006) αλλά και με τον ράπερ TNS (2009).
Από το 2017 μέχρι το 2022 ήταν παντρεμένη με τον Έλληνα επιχειρηματία Τέο Πάππας.
Από το 2011 ζει μόνιμα στο Μόντρεαλ του Καναδά όπου δουλεύει ως νοσοκόμα.