" ΗΡΘΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 9 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΛΕΖΟΣ
Ο Μανώλης Γλέζος ήταν Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός, με διαδρομή στα κοινά που ξεκινά από τα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας.
Γεννήθηκε στην Απείρανθο (στ’ Απεράθου, σύμφωνα με τη ντοπολαλιά της περιοχής) της Νάξου στις 9 Σεπτεμβρίου 1922.
Ο πατέρας του Νικόλαος Γλέζος (1892-1924) ήταν δημόσιος υπάλληλος και δημοσιογράφος, ενώ η μητέρα του Ανδρομάχη Ναυπλιώτου (1894-1967) καταγόταν από την Πάρο.
Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του, όπου τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Το 1935 ήλθε στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, δουλεύοντας παράλληλα ως φαρμακοϋπάλληλος.
Το 1940 πέτυχε στην ΑΣΟΕΕ (σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο).
Μαθητής γυμνασίου δημιούργησε αντιφασιστική ομάδα το 1939 για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου από τους Ιταλούς και την αποτίναξη της δικτατορίας του Μεταξά.
Μόλις ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος στις 28 Οκτωβρίου 1940 ζήτησε να καταταχτεί ως εθελοντής, αλλά λόγω του νεαρού της ηλικίας του δεν του επετράπη. Εργάστηκε, όμως, εθελοντικά στο Υπουργείο Οικονομικών (Γ' Ταμείο Εισπράξεων Αθηνών).
Την περίοδο της ναζιστικής κατοχής (1941-1944) ανέπτυξε έντονη απελευθερωτική δράση μέσα από τις γραμμές της ΟΚΝΕ, του ΕΑΜ Νέων και της ΕΠΟΝ, με αποτέλεσμα να υποστεί φυλακίσεις και διώξεις.
Τη νύχτα της 30ης προς την 31η Μαΐου 1941 μαζί με τον Απόστολο Σάντα κατέβασε από την Ακρόπολη τη σβάστικα και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο.
Στις 24 Μαρτίου 1942 συνελήφθη μαζί με τον Απόστολο Σάντα από τα γερμανικά στρατεύματα και φυλακίστηκε ένα μήνα στις φυλακές Αβέρωφ, όπου βασανίστηκε απάνθρωπα, με αποτέλεσμα να προσβληθεί από φυματίωση βαρυτάτης μορφής. Στις 21 Απριλίου 1943 συνελήφθη από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής και παρέμεινε φυλακισμένος τρεις μήνες.
Στις 7 Φεβρουαρίου 1944 συνελήφθη από συνεργάτες των αρχών κατοχής και παρέμεινε στις φυλακές επτάμισι μήνες, απ' όπου δραπέτευσε στις 21 Σεπτεμβρίου 1944.
Κατά τη διάρκεια της κατοχής δούλεψε ως υπάλληλος στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό (1941-1943) και τον Δήμο Αθηναίων (1943-1945).test
Μετά την απελευθέρωση δούλεψε στην εφημερίδα Ριζοσπάστης ως συντάκτης και από τις 10 Αυγούστου 1947 έως το κλείσιμό της ανέλαβε αρχισυντάκτης, εκδότης και διευθυντής.
Στις 3 Μαρτίου 1948 συνελήφθη και παραπέμφθηκε συνολικά σε 28 δίκες για αδικήματα Τύπου.
Καταδικάστηκε σε διάφορες ποινές, από τις οποίες μία φορά σε θάνατο, τον Οκτώβριο του 1948.
Άλλη μία φορά καταδικάστηκε σε θάνατο, στις 21 Μαρτίου 1949 για παράβαση του Γ' Ψηφίσματος.
Οι θανατικές καταδίκες δεν πραγματοποιήθηκαν, ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης.
Το 1950 οι θανατικές ποινές μετατράπηκαν σε ισόβια και τελικά αποφυλακίστηκε στις 16 Ιουλίου 1954.
Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951, αν και φυλακισμένος, εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ.
Τότε κήρυξε απεργία πείνας, με αίτημα την αποφυλάκιση των δέκα εκλεγέντων βουλευτών της ΕΔΑ που ήταν εξορία και φυλακή.
Σταμάτησε την απεργία πείνας τη 12η ημέρα, όταν έφεραν από την εξορία τους επτά εξόριστους βουλευτές.
Μετά την αποφυλάκισή του εκλέχτηκε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ και ανέλαβε οργανωτικός γραμματέας της.
Τον Δεκέμβριο του 1956 ανέλαβε τη διεύθυνση της εφημερίδας «Η Αυγή».
Στις 5 Δεκεμβρίου 1958 συνελήφθη με την κατηγορία της κατασκοπίας και καταδικάστηκε.
Αποφυλακίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1962, ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις της ελληνικής και της διεθνούς κοινή γνώμης.
Στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στη φυλακή.
Αμέσως μετά την εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου συνελήφθη μαζί με άλλους πολιτικούς ηγέτες και κρατήθηκε στου Γουδή, στο Πικέρμι, στη Γενική Ασφάλεια, στη Γυάρο, στο Παρθένι Λέρου και τέλος στον Ωρωπό, απ' όπου αποφυλακίστηκε το 1971.
Συνολικά, ο Μανωλης Γλέζος καταδικάστηκε 28 φορές για την πολιτική του δραστηριότητα, από τις οποίες τρεις φορές σε θάνατο και παρέμεινε στις φυλακές 11 χρόνια και 5 μήνες και άλλα 4 χρόνια και έξι μήνες.
Παρέμεινε, δηλαδή, κρατούμενος (φυλακή και εξορία) 16 χρόνια σε όλη τη ζωή του. Το 1968 καταδίκασε την εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία, αποκόπτοντας έτσι τους δεσμούς του με το ΚΚΕ.
Μετά τη Μεταπολίτευση εργάστηκε για την ανασυγκρότηση της ΕΔΑ, της οποίας διετέλεσε γραμματέας ως το 1985 και πρόεδρος από το 1985 έως το 1989. Παράλληλα, συνεργάστηκε με το ΠΑΣΟΚ σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις. Το 1981 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών, το 1984 ευρωβουλευτής και το 1985 βουλευτής Β' Πειραιά.
Στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές του 1986 εξελέγη κοινοτάρχης Απειράνθου, του χωριού όπου γεννήθηκε, και εισήγαγε τον θεσμό της Άμεσης Δημοκρατίας στη λήψη και την εκτέλεση των αποφάσεων.
Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2002 κατήλθε επικεφαλής του συνδυασμού «Ενεργοί Πολίτες» για τη διευρυμένη Νομαρχία Αθηνών-Πειραιώς, που υποστηρίχθηκε από τον Συνασπισμό και εξελέγη νομαρχιακός σύμβουλος, ενώ ο συνδυασμός του συγκέντρωσε το 11% των ψήφων.
Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Πάρου, επικεφαλής του συνδυασμού «Κίνηση Ενεργών Πολιτών Πάρου».
Επανήλθε στην κεντρική πολιτική σκηνή το 2012, όταν στις διπλές εκλογές της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου εκλέχτηκε βουλευτής Επικρατείας με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Με το ίδιο κόμμα εξελέγη ευρωβουλευτής στις ευρωεκλογές της 25ης Μαΐου 2014, για να κάνει γνωστό το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων στην Ελλάδα.
Ο Μανώλης Γλέζος άφησε την τελευταία του πνοή στις 30 Μαρτίου 2020, σε ηλικία 97 ετών, από καρδιακή ανεπάρκεια.
ΡΟΖΙΤΑ ΣΩΚΟΥ
Η Ροζίτα (Ζωή Μαρία) Σώκου ήταν Ελληνίδα δημοσιογράφος, συγγραφέας, μεταφράστρια και κριτικός.
Γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1923 στην Πλάκα της Αθήνας και μεγάλωσε στο Ψυχικό.
Ήταν κόρη του δημοσιογράφου, θεατρικού συγγραφέα και εκδότη Γεωργίου Σώκου και της Τιτίκας Μιχαηλίδου, με καταγωγή από τη Σμύρνη.
Παρακολουθούσε από νηπιακής ηλικίας μαζί με τον παππού της Φώτη Μιχαηλίδη, μανιώδη θεατρόφιλο και κινηματογραφόφιλο, τις κινηματογραφικές ταινίες και θεατρικές παραστάσεις που παίζονταν στην Αθήνα.
Διατηρούσε τις ιδιόχειρες προσωπικές της κριτικές από την εποχή του Γυμνασίου.
Το 1937 πέθανε ο πατέρας της ύστερα από μακρόχρονη ασθένεια και εκείνη ξεκίνησε να εργάζεται ως μεταφράστρια και καθηγήτρια ξένων γλωσσών και, από το 1946 και μετά, ως κριτικός κινηματογράφου.
Το 1957 παντρεύτηκε τον Ιταλό δημοσιογράφο Μάνλιο Μαραντέι (1930–2024) και αναχώρησε για την Ιταλία.
Το 1958 απέκτησε την κόρη της Ιρένε και το 1961 επέστρεψε μαζί της στην Ελλάδα. Έχει δύο εγγόνια, τον Τανκρέντι-Εμίλιο (1993) και τη Λαβίνια-Φαρίντα (1997).
Στις 8 Δεκεμβρίου 2021 νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Αλεξάνδρας με κορωνοϊό. Απεβίωσε σε ηλικία 98 ετών στις 14 Δεκεμβρίου 2021.
ΒΑΣΩ ΔΕΒΕΤΖΗ
Η Βάσω Δεβετζή ήταν Ελληνίδα πιανίστα.
Γεννημένη στις 9 Σεπτεμβρίου το 1925 στη Θεσσαλονίκη από ευκατάστατη οικογένεια (ο πατέρας της βιομήχανος από τη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας και η μητέρα της αρχοντικής καταγωγής από τη Νάουσα του Νομού Ημαθίας), στην παιδική της ηλικία γνώρισε την αμέριστη υποστήριξη των γονιών της για την κλίση της προς τη μουσική.
Ήταν άλλωστε, σύμφωνα με την Ελληνίδα μουσικό, μία φυσική εξέλιξη, καθώς όπως χαρακτηριστικά έλεγε και η ίδια, «γεννήθηκα για να παίζω πιάνο, ένοιωθα ότι δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά».
Φοίτησε στο Ωδείο Θεσσαλονίκης, το μοναδικό τότε κρατικό ωδείο της χώρας, όπου συνδέθηκε με μια δυνατή φιλία με την Μαρία Καλογεροπούλου, που γίνεται μετέπειτα γνωστή ως Μαρία Κάλλας, φιλία που διατηρήθηκε μέχρι τον θάνατο της διάσημης υψιφώνου.[
Το 1949 ξεκινά η μουσική της σταδιοδρομία στην Ελλάδα, η οποία όμως διακόπτεται από ένα σύντομο, όπως αρχικά θεωρούσε, ταξίδι στη Γαλλία, ως προσκεκλημένη της Μαργκερίτ Λονγκ, δεξιοτέχνιδας του πιάνου και μαθήτριας του Μωρίς Ραβέλ, για να συμμετάσχει στον ομώνυμο διαγωνισμό.
Αυτή η επαφή ήταν αρκετή για να διακρίνει η κ. Λονγκ το ταλέντο της Βάσως Δεβετζή και να της προτείνει να διδάξει στη φημισμένη Σχολή της, αλλά και να συμμετέχει ως μέλος της κριτικής επιτροπής στη διοργάνωση μουσικών διαγωνισμών ταλέντων.[2]
Στο Παρίσι αποκτά την εκτίμηση και συμπαράσταση από σημαντικές προσωπικότητες της μουσικής, όπως ο συνθέτης Ανρί Σωγκέ, ο κριτικός Ρενέ Ντυμενίλ, ο ομότεχνός της Ζακ Φεβριέ και ο Ζαν Ρουάρ, ο οποίος έμελλε να γίνει ο σύντροφος στη ζωή της.
Στις 15 Μαρτίου 1950 εμφανίζεται στη γαλλική τηλεόραση στα πλαίσια αφιερώματος για την Εθνική Παλιγγενεσία, έπειτα από προσωπική σύσταση του Γάλλου Προέδρου Ρενέ Κοτύ.
Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950, η Βάσω Δεβετζή πραγματοποιεί την πρώτη περιοδεία της στη Σοβιετική Ένωση, συμπράττοντας με τη φημισμένη Ορχήστρα Δωματίου της Μόσχας του Ρούντολφ Μπαρσάι.
Εκεί γνωρίζεται με τον Νταβίντ Όιστραχ που ηχογραφεί μαζί της το 20ό κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα (Κ.466) του Μότσαρτ.
Η συνεργασία τους απετέλεσε και την έναρξη μιας μακράς φιλίας.
Τον Μάρτιο του 1963, λαμβάνει το Μέγα Βραβείο Δίσκου για τη εκτέλεση της έργου του Γάλλου συνθέτη Ανρί Σωγκέ.
Τον Ιανουάριο του 1968, η Βάσω Δεβετζή ερμηνεύει με επιτυχία το 3ο κονσέρτο του Μπετόβεν στη Μόσχα, με τον Κίριλ Κοντράσιν στο πόντιουμ.
Την προσοχή προς την Ελληνίδα πιανίστα τράβηξε ο Γιεβγκένι Μραβίνσκι, μεγάλη προσωπικότητα της Σοβιετικής Ένωσης στο χώρο της μουσικής και αρχηγός της Φιλαρμονικής του Λένινγκραντ.
Παρά το γεγονός ότι ο γνωστός μουσικός αρνούνταν στη μέχρι τότε μουσική του σταδιοδρομία να συμπράξει με σολίστ για την εκτέλεση κονσέρτων, η Βάσω Δεβετζή συνεργάζεται μαζί του και συμμετέχει σε πολλές περιοδείες της φιλαρμονικής στη Σοβιετική Ένωση.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης περιοδείας της στη Σοβιετική Ένωση, έρχεται σε επαφή και με μια άλλη σημαντική μορφή της ρωσικής μουσικής, τον βιολοντσελίστα Μστισλάβ Ροστροπόβιτς, με τον οποίο συνδέεται αργότερα με δυνατή φιλία, ] με τον οποίο συνεργάζεται στη συνέχεια.
Οι θερμές συστάσεις των Νταβίντ Όιστραχ και Ροστροπόβιτς δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε η Βάσω Δεβετζή να ξεκινήσει τις πρώτες εμφανίσεις της στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ αποκτά την υποστήριξη του ιμπρεσάριου και κινηματογραφικού παραγωγού Σολ Χιούροκ (Sol Hurok).
Στις 19 Αυγούστου 1975, σε ειδική εκδήλωση που διοργάνωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος προς τιμή του Μστισλάβ Ροστροπόβιτς, έλαβε ανταμοιβή για την προσφορά της στην μουσική μαζί με το διάσημο βιολοντσελίστα και την Τζίνα Μπαχάουερ.
Οι καλλιτέχνες όμως με τη σειρά τους προσέφεραν τα χρήματα για την αποκατάσταση των προσφύγων της Τουρκικής Εισβολής στην Κύπρο.
Το πρώτο της ταξίδι στο Παρίσι, ήταν καταλυτικό για την εξέλιξη της αναγνωρισιμότητάς της. Ενώ είχε φύγει αρχικά για 20 μέρες, τελικά απουσίασε από την Ελλάδα 40 χρόνια, αλλά επισκεπτόταν τακτικά και τη Θεσσαλονίκη.
Λόγω της καλλιτεχνικής πορείας σε διάφορες χώρες του κόσμου και την έφεσή της στις ξένες γλώσσες, μαθαίνει με ευκολία στην καριέρα της αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά και ιταλικά.
Η σχέση της Βάσως Δεβετζή με την Ελληνίδα ντίβα του λυρικού τραγουδιού Μαρία Κάλλας, συνέπεσε με την καλλιτεχνική άνθηση της πρώτης και την φωνητική κάμψη της δεύτερης.
Εν τούτοις, η θερμή φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους διατηρήθηκε αμείωτη μέχρι τον θάνατο της Μαρίας Κάλλας στην οποία η Βάσω Δεβετζή συμπαρίσταται στα τελευταία δύσκολα χρόνια της ζωής της.
Όταν η ντίβα πέθανε το 1977, η Δεβετζή μετέφερε από το Παρίσι την τέφρα της στην Ελλάδα και, παρουσία του τότε υπουργού πολιτισμού της Ελλάδος, την σκορπίζει στα νερά του Αιγαίου.
Μετά τον θάνατο της Κάλλας, η πιανίστα μειώνει τις εμφανίσεις της προκειμένου να αφιερωθεί στην μνήμη της αγαπημένης της φίλης.
Έτσι το 1980 ιδρύει με τον εκδότη και φίλο και των δύο καλλιτέχνιδων, Χρήστο Λαμπράκη και με τη συμβολή και άλλων προσωπικοτήτων από την Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ελβετία και τη Γερμανία, το διεθνές ίδρυμα «Μαρία Κάλλας», με έδρα την Ελβετία.
Ο κύριος σκοπός του ιδρύματος ήταν η προβολή του έργου της Μαρίας Κάλλας και η προστασία της μνήμης της.
Η Βάσω Δεβετζή απεβίωσε το 1987.