"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 10 ΜΑΡΤΙΟΥ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΗΣ
Ο Γιώργος Μπάτης (πραγματικό όνομα: Γιώργος Τσώρος γνωστός και ως Γιώργος Αμπάτης), ήταν Έλληνας μουσικός.
Γεννήθηκε το 1885 στα Παλαιά Λουτρά, στα Μέθανα και σε ηλικία 8 ετών μετακόμισε οικογενειακώς στον Πειραιά.
Στα μέσα της δεκαετίας του ΄20 άνοιξε χoροδιδασκαλείο το οποίο ονομαζόταν «Κάρμεν».
Εργάστηκε ακόμη ως πωλητής αυτοσχέδιων φαρμάκων κατά του πονόδοντου, περιπλανώμενος οδοντογιατρός, μικροπωλητής και ενεχυροδανειστής.
Το 1931 άνοιξε ένα καφενείο, το «Ζώρζ Μπατέ», το οποίο αποτέλεσε ένα από τα λίκνα του ρεμπέτικου.
Στο καφενείο του σύχναζε και ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης.
Τη δεκαετία του ΄30 ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μουσική και συνεργάστηκε στενά, με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστο Δελιά σχηματίζοντας την τετράς την ξακουστή του Πειραιώς.
Το 1932 ο Γιώργος Μπάτης κάνει τις πρώτες ηχογραφήσεις των κομματιών του, λίγο πριν από το Μάρκο Βαμβακάρη ο οποίος το ίδιο έτος ηχογράφησε τα ''Αράπ Ζεϊμπέκικο'' (οργανικό) και ''Καραντουζένι''.
Δεν άφησε μεγάλη δισκογραφία (μόλις 17 τραγούδια), διότι όπως και πολλοί άλλοι μεγάλοι ρεμπέτες της εποχής (Βαγγέλης Παπάζογλου, Ανέστος Δελιάς, Γιοβάν Τσαούς κ.α.) σταμάτησε να ηχογραφεί το 1936 επειδή αρνείτο να υποβάλλεται στη λογοκρισία από το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά.
Πέθανε στις 10 Μαρτίου το 1967 και θάφτηκε αγκαλιά με τον αγαπημένο του μπαγλαμά, όπως ο ίδιος είχε ζητήσει.
Κηδευτηκε στο Νεκροταφείο της Αναστάσεως στο Κερατσίνι και μετά από 3 χρόνια τα οστά του μεταφέρθηκαν στην γη των προγόνων του, τα Μέθανα.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΥΛΩΝΙΤΗΣ
Ο Βασίλης Αυλωνίτης ήταν Έλληνας ηθοποιός.
Γεννήθηκε την 1 Ιανουαρίου του 1904 και μεγάλωσε στο Θησείο.
Πριν ακόμα τελειώσει το δημοτικό, αναγκάστηκε να δουλέψει σε διάφορες δουλειές, για να βοηθήσει την μητέρα του οικονομικά.
Περιστασιακά δούλεψε και στο θέατρο «‘Εντεν», σαν βοηθός σκηνογράφου, όπου και πρωτοεμφανίστηκε το 1924 στην οπερέτα του Ν. Χατζηαποστόλου «Το κορίτσι της γειτονιάς» ύστερα από προτροπή του θεατρικού επιχειρηματία Θόδωρου Σκούρα.
Την ίδια χρονιά, εμφανίστηκε επίσημα ως ηθοποιός στον θίασο της Ελένης Ζαφειρίου στην παράσταση «Ερωτικές γκάφες».
Στη συνέχεια συνεργάστηκε με διάφορους θιάσους σε οπερέτες και κωμωδίες, μέχρι το 1928, οπότε και στράφηκε προς την επιθεώρηση επικεφαλής δικού του θιάσου που τον είχε ονομάσει «Κρίνονα».
Συνολικά πρωταγωνίστησε ή εμφανίστηκε σε μικρότερους ρόλους σε 75 ταινίες.
Χαρακτηριστικά του ταλέντου του ήταν οι αυτοσχεδιασμοί και οι γκριμάτσες του (ή μούτα του όπως λένε στο θέατρο).
Φιγούρα στέρεη και χαρακτηριστική, ομόρφυνε με την παρουσία του ταινίες όπως το Εισπρακτοράκι, Μια ζωή την έχουμε, Το αμαξάκι, Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο, Οι γαμπροί της Ευτυχίας κ.ά.
Στη 45χρονη πορεία του υπηρέτησε με συνέπεια και αφοσίωση όλα τα είδη του θεάτρου (οπερέτα, επιθεώρηση, μουσική κωμωδία και πρόζα).
Παντρεύτηκε μία Ελληνίδα, την Πόπη, την οποία εγκατέλειψε όταν ερωτεύθηκε παράφορα μία θαυμάστριά του.
Με αυτή, ταξίδεψε στη Γαλλία, όπου γνώρισε μία Ελληνίδα από την Κωνσταντινούπολη με το όνομα Γιογιό (Παναγιώτα Καραπιππέρη).
Παντρεύτηκε τη Γιογιό, και απέκτησε μαζί της δύο παιδιά, τον Γιάννη και την Ελένη.
Ένα μεγάλο πάθος του ήταν τα στοιχήματα στον ιππόδρομο, κάτι που τον έφερνε συχνά σε τόσο δύσκολη οικονομική κατάσταση, ώστε να αναγκάζεται να παίζει σε δευτερεύοντες ρόλους.
Το 1934 συμμετείχε σε επιθεωρήσεις του θεάτρου Περοκέ, ενώ νωρίτερα έκανε δικό του θίασο. Υπηρέτησε με συνέπεια και αφοσίωση όλα τα είδη του θεάτρου.
Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1929, καθιερώθηκε όμως κινηματογραφικά το 1955.
Ο Βασίλης Αυλωνίτης υπέφερε από χρόνια βρογχίτιδα, η οποία εξελίχθηκε σε βρογχοπνευμονία και στις 10 Μαρτίου του 1970 άφησε την τελευταία του πνοή στα 66 του χρόνια.
Κηδεύτηκε στο Β' Νεκροταφείο των Πατησίων και σήμερα τα οστά του βρίσκονται σε οστεοφυλάκιο του κοιμητηρίου.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ
Ο Κωνσταντίνος Βοβολίνης γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 1913 και ήταν Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός.
Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία.
Εξέδωσε, μαζί με τον Λάζαρο Πηνιάτογλου και τον Γιάννη Μηλιό την εφημερίδα «Ελληνικόν Αίμα», όργανο της ομώνυμης αντιστασιακής οργάνωσης, την περίοδο της Κατοχής.
Ανέλαβε γενικός γραμματέας του Δήμου Πειραιώς και της Βουλής, ενώ εξελέγη βουλευτής Πειραιώς το 1953 σε επαναληπτική εκλογή (29 Μαρτίου 1953) με τον Ελληνικό Συναγερμό και επανεξελέγη βουλευτής Πειραιώς και Νήσων με το Κόμμα Προοδευτικών το 1961.
Στην δικτατορική κυβέρνηση Παπαδόπουλου ήταν υφυπουργός Προεδρίας από το 1968 έως τον θάνατό του.
Απεβίωσε από οξεία κρίση λοιμώδους ηπατίτιδας στις 10 Μαρτίου το 1970.
Άφησε πλούσια συγγραφική παραγωγή.
ΤΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Ο Δημήτριος (Τάκης) Γεωργίου ήταν Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε βουλευτής και υπουργός.
Γεννήθηκε στη Ραψάνη το 1911 και ήταν γιος του Κωνσταντίνου Γεωργίου από το Πλατύστομο Φθιώτιδας.
Ο στρατιωτικός πατέρας του παντρεύτηκε την κόρη της πλούσιας οικογένειας Καραβασίλη από τη Ραψάνη και μαζί απέκτησαν 4 παιδιά (τρεις γιους και μία κόρη): έναν γιο που πέθανε προπολεμικά σε πολύ μικρή ηλικία, έναν άλλο γιο, τον Νίκο, ο οποίος σκοτώθηκε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στον Πόλεμο του 1940, τον Δημήτριο (Τάκη) και μία κόρη.
Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του επιδόθηκε στη δημοσιογραφία (από την ηλικία των 23 ετών) και εργάστηκε ως το 1940 στην εφημερίδα Κήρυξ" και στη συνέχεια στις θεσσαλικές εφημερίδες "Λαρισαϊκός Τύπος", "Ελευθερία" (ως διευθυντής σύνταξης) και στα "Θεσσαλικά Νέα". Χρημάτισε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενώσεως Συντακτών Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδος και Ευβοίας, η οποία εξέδωσε ψήφισμα για τον θάνατό του το 1973.
Ο Τάκης Γεωργίου πολιτεύτηκε πολύ νέος με το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου το 1946 χωρίς να πετύχει να εκλεγεί βουλευτής, λαμβάνοντας 603 ψήφους.
Το 1954 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Λαρίσης με τον συνδυασμό του Δημητρίου Χατζηγιάννη και παραιτήθηκε το 1956, προκειμένου να πολιτευτεί στις εκλογές εκείνης της χρονιάς.
Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Λαρίσης-Μαγνησίας με την ΕΠΕΚ στις 31 Μαΐου 1957 στη θέση του αποβιώσαντα Στέφανου Σαράφη.
Στη συνέχεια εξελέγη βουλευτής Λάρισας με την Ένωση Κέντρου το 1961 και επανεξελέγη με το ίδιο κόμμα το 1963 και το 1964.
Έγινε ένας από τους βουλευτές που αποχώρησαν από την Ένωση Κέντρου το 1965.
Στην κυβέρνηση Στέφανου Στεφανόπουλου ανέλαβε υφυπουργός παρά τη Προεδρία της Κυβερνήσεως από τις 17 Σεπτεμβρίου 1965 ως τις 22 Δεκεμβρίου 1966.
Ως τον θάνατό του διέμενε στη Λάρισα.
Ο Γεωργίου σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στην εθνική οδό Λαμίας-Αθηνών στις 10 Μαρτίου 1973, όταν το όχημα που οδηγούσε (με προορισμό την Πάτρα για το καρναβάλι) ο πρώην βουλευτής και υπουργός συγκρούστηκε με ταξί.
Ήταν παντρεμένος με την Ελευθερία Γεωργίου και απέκτησαν έναν γιο, τον Κωνσταντίνο.
Τόσο η σύζυγός του Γεωργίου όσο και ο γιος του επέβαιναν στο αυτοκίνητο όταν έγινε το φονικό τροχαίο, το οποίο οφείλεται στην αντικανονική πορεία του οδηγού ταξί.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ
Ο Δημήτριος Μπαμπάκος του Παναγιώτη ήταν Έλληνας δικηγόρος, ποινικολόγος και πολιτικός.
Γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1893 στην Κέρκυρα και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών.
Έλαβε μέρος σε πολλά διεθνή συνέδρια και υπήρξε ένας από τους δικηγόρους που ίδρυσαν την Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων.
Για πρώτη φορά εξελέγη βουλευτής Αθηνών στις εκλογές του 1926 με το Κόμμα Ελευθεροφρόνων και επανεξελέγη με το Λαϊκόν Κόμμα το 1932 και το 1933.
Εν συνεχεία εξελέγη βουλευτής Αττικοβοιωτίας το 1935 με το Λαϊκό Κόμμα. Τέλος, εξελέγη βουλευτής Αθηνών με τον Ελληνικό Συναγερμό το 1951 και 1952 και με την ΕΡΕ το 1958.
Ήταν υπουργός δύο φορές. Για πρώτη φορά έγινε υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση του Αλ. Παπάγου από τις 19 Νοεμβρίου 1952 ως τις 11 Απριλίου 1954. Στην κυβέρνηση Καραμανλή υπηρέτησε ως υπουργός Βορείου Ελλάδας από τις 15 Οκτωβρίου 1955 ως τις 11 Ιανουαρίου 1956.
Πέθανε στις 11 Μαρτίου 1976 σε ηλικία 83 ετών.
Προς τιμήν του θεσμοθετήθηκε βραβείο από την Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων, για νέους δικηγόρους.
ΤΑΚΟΣ ΜΑΚΡΗΣ
Ο Τάκος (Δημήτριος) Μακρής ήταν Έλληνας δικηγόρος και πολιτικός.
Γεννήθηκε το 1910 στη Φλώρινα, γιος του δικηγόρου Κωνσταντίνου Μακρή από το Μοναστήρι (σημερινά Μπίτολα στη Βόρεια Μακεδονία), βενιζελικών πολιτικών πεποιθήσεων, που είχε βλάχικη καταγωγή και είχε συμμετάσχει στο Μακεδονικό αγώνα.
Σπούδασε νομική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά καταξιώθηκε ως δικηγόρος στη Θεσσαλονίκη, της οποίας ήταν μόνιμος κάτοικος από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 μέχρι την κάθοδό του στην πολιτική το 1956.
Ως δικηγόρος συνδέθηκε φιλικά με τον Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος του πρότεινε να κατέβει υποψήφιος με την ΕΡΕ στις εκλογές του 1956.
Ο Μακρής δέχτηκε, κατήλθε στην πολιτική και διετέλεσε βουλευτής Φλώρινας με την ΕΡΕ από το 1956 ως το 1967, και μεταπολιτευτικά με τη Νέα Δημοκρατία από το 1974 ως το 1977.
Επίσης ο Καραμανλής τον είχε ορίσει και γενικό διευθυντή του κόμματος της ΕΡΕ.
Διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών συνεχώς από το 1956 ως το 1961(με εξαίρεση τις προεκλογικές περιόδους, όπου τότε αναλάμβαναν υπηρεσιακές κυβερνήσεις), έχοντας υπό τον έλεγχό του και τα σώματα ασφαλείας, Χωροφυλακή και Αστυνομία Πόλεων.
Την περίοδο 1961 - 1963 ήταν υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως.
Το 1958, για λογαριασμό του Καραμανλή, διαπραγματεύτηκε με τους Σοφοκλή Βενιζέλο και Γεώργιο Παπανδρέου το εκλογικό σύστημα που σκοπό είχε να μειώσει τη δύναμη της Αριστεράς (ΕΔΑ).
Η αμερικανική μυστική υπηρεσία CIA (σε έγγραφες αναφορές της που σήμερα έχουν αποχαρακτηριστεί), η οποία τότε διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, επιφύλασσε πολύ βαρείς χαρακτηρισμούς για τον Μακρή, στον οποίο αναφερόταν ως «απόλυτα αποτυχημένο» («He has been totally ineffective as a minister»), ενώ ανέφερε επίσης ότι ο Μακρής, ως δικηγόρος στην Θεσσαλονίκη, είχε υπόγειες σχέσεις με τους εκεί δικαστές και εισαγγελείς, κάτι που του είχε επιτρέψει να εξασφαλίσει την απαλλαγή ή την ελαφρά καταδίκη αριστερών και κομμουνιστών του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, τους οποίους είχε πελάτες.
Τέλος, έχανε συνεχώς μεγάλα χρηματικά ποσά σε χαρτοπαικτικές λέσχες, κάτι που είχε αρχίσει να γίνεται ευρύτερα γνωστό στους κύκλους της πολιτικής ζωής της τότε Αθήνας.
Πέθανε στο Λονδίνο στις 10 Μαρτίου 1981.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΟΝΤΗΡΑΣ
Ο Κώστας Κροντηράς ήταν σπουδαίος Έλληνας λογοτέχνης και σκηνοθέτης του θεάτρου και του ραδιοφώνου.
Γεννήθηκε στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1903.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου.
Αν και υπήρξε Λυκειάρχης τελικά ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το θέατρο.
Αρχικά συμμετείχε στο "Θέατρο Τέχνης" του Σπύρου Μελά, όπου και εμφανίσθηκε σε σημαντικούς ρόλους στο θέατρο "Αθήναιον" και στο Βασιλικό Θέατρο (Ελλάδα).
Το 1926 ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής Μεταξά και από το 1936 επιδόθηκε στη ραδιοφωνική σκηνοθεσία, αρχικά στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών και αργότερα στην ΕΡΤ και ΥΕΝΕΔ.
Σκηνοθέτησε εκατοντάδες ραδιοφωνικά έργα όλων των ειδών από τραγωδία ελληνική και ξένη μέχρι επιθεώρηση.
Διασκεύασε και σκηνοθέτησε πλήθος ιστορικών έργων μεταξύ των οποίων "Ρήγας Φεραίος", από το μυθιστόρημα οι "Μαυρόλυκοι", "Μεγάλη νύκτα" του Πέτρου Χάρη, "Το συμπόσιο των 7 Σοφών" του Πλούταρχου κ.ά.
Διετέλεσε επίσης καθηγητής υποκριτικής σε πολλές Σχολές και διευθυντής του Δραματολογίου στην ΕΡΤ.
Έγραψε επίσης πολλά θεατρικά έργα όπως: "Η Κυρία κάνει σπορ", που έλαβε βραβείο Σαββίδειου διαγωνισμού, "Σύζυγοι Νο 2", "Μάσκες" κ.ά., καθώς και ιστορικά δοκίμια όπως "Ο Βυζαντινός ιππόδρομος", "Η Φιλική Εταιρία", "Η εκπαίδευση στην αρχαία Αθήνα" κ.ά.
Μαζί με την Αντιγόνη Μεταξά, σύζυγό του, συνέγραψε την τρίτομη "Εγκυκλοπαίδεια της Ελληνικής Μυθολογίας", "Το Μικρό μου Μυθολογικό Λεξικό" και το "Συμπόσιο των 7 Σοφών".
Επίσης μετέφρασε και διασκεύασε την "Ιλιάδα", "Οδύσσεια", "Παγκόσμια Ιστορία", "Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος" κ.ά. ενώ συμπλήρωσε και τη σχολική πεντάτομη "Εγκυκλοπαίδεια του Παιδιού" της συζύγου του.
Ο Κώστας Κροντηράς υπήρξε Πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Συγγραφέων και Σκηνοθετών Ραδιοφώνου, μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων καθώς και της Εφορείας Θεατρικού Μουσείου.
Μιλούσε επίσης γαλλικά και αγγλικά και ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών (περιοχής Χίλτον).
Πέθανε στις 10 Μαρτίου του 1983.
Κόρη του ήταν η Λήδα Κροντηρά.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ
Ο Γιώργος Ζαμπέτας ήταν Έλληνας συνθέτης, τραγουδιστής και ξεχωριστός δεξιοτέχνης του μπουζουκιού.
Γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου του 1925 στην Ακαδημία Πλάτωνος, ενώ η οικογένειά του καταγόταν από την Κύθνο.
Γονείς του ήταν ο Μιχάλης Ζαμπέτας, που ήταν κουρέας και η Μαρίκα Μωραΐτη, ανηψιά γνωστού βαρύτονου της εποχής.
Από πολύ μικρή ηλικία έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη μουσική, αφού παράλληλα με την απασχόλησή του στο κουρείο του πατέρα του ως βοηθός, «σκάρωνε» κρυφά στο μπουζούκι τις πρώτες του μελωδίες.
Οτιδήποτε στη φύση παρήγε ήχο, τον συνάρπαζε και τον βοηθούσε στις συνθέσεις του, σύμφωνα με όσα ο ίδιος εκμυστηρεύτηκε στη βιογραφία του, λίγο πριν τον θάνατό του.
Το 1932, σε ηλικία μόλις επτά ετών, κέρδισε το πρώτο του βραβείο, ως μαθητής της α’ δημοτικού, παίζοντας το πρώτο του τραγούδι σε σχολικό διαγωνισμό.
Παρά τις αντιδράσεις ο μικρός Γιώργος συνέχισε με απόλυτη προσήλωση να υπηρετεί τη μεγάλη του αγάπη, ενώ η γνωριμία του το 1938 με το Βασίλη Τσιτσάνη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας.
Το 1940 η οικογένεια Ζαμπέτα μετακόμισε στο Αιγάλεω (Ιερά Οδός 309 και Σαλαμίνος 1) και από τη στιγμή εκείνη ο Ζαμπέτας απέκτησε έναν άρρηκτο δεσμό με την πόλη, της οποίας εμπνεύστηκε και χάρισε το προσωνύμιο «Σίτι», κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας του στη Βρετανία.
Στα 1942 και κάτω από συνθήκες ανέχειας λόγω της Κατοχής, ο Ζαμπέτας δημιούργησε το πρώτο του συγκρότημα, με το οποίο τραγουδούσαν καντάδες στα κορίτσια.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 γράφει τα πρώτα του γνήσια ρεμπέτικα τραγούδια με γνωστούς ερμηνευτές.
Έκδηλο ήταν από τότε το ταλέντο και το εκπληκτικό του παίξιμο, ωστόσο ακόμη δεν είχε κατασταλάξει στο πασίγνωστο ιδιαίτερο στυλ, που τον καθιέρωσε σαν έναν μοναδικό «σόουμαν» στον χώρο.
Την επόμενη δεκαετία τα τραγούδια του γνωρίζουν τεράστια επιτυχία, καθώς πραγματοποιεί εμφανίσεις στα σπουδαιότερα λαϊκά κέντρα διασκέδασης, ενώ ταξιδεύει στο εξωτερικό (Ευρώπη και Αμερική) και παράλληλα συμμετέχει σε περισσότερες από 160 ταινίες τού ακμάζοντα εκείνο τον καιρό ελληνικού κινηματογράφου.
Δημιουργίες του όπως «Τα δειλινά», «Τα ξημερώματα», «Δεν έχει δρόμο να διαβώ» κ.ά. παρέμειναν αξεπέραστες και τον κατατάσσουν στις υψηλότερες βαθμίδες τού μουσικού στερεώματος.
Η δεκαετία του ’60 ήταν η χρυσή εποχή του Ζαμπέτα.
Τότε έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του και ανέδειξε μεγάλες λαϊκές φωνές, ανάμεσα τους τη Βίκυ Μοσχολιού και την αξέχαστη Μανταλένα.
Με την τελευταία υπήρξε μόνιμο ζευγάρι στο πάλκο για περισσότερο από μια δεκαετία.
Κατά τη διάρκεια τής δεκαετίας τού ’70, όταν τα ήθη αρχίζουν να αλλάζουν, ο Ζαμπέτας κάνει στροφή στη σάτιρα υπό μορφή σόου, με τις γνωστές του επιτυχίες «Ο Θανάσης», «Ο πενηντάρης», «Μάλιστα κύριε» κλπ. να δημιουργούν και πάλι αίσθηση στο κοινό.
Την ίδια δεκαετία γράφει την "Αγωνία" που ερμήνευσε ο Τόλης Βοσκόπουλος η οποία τού χάρισε μεγάλη επιτυχία.
Τα χρόνια του ’80 αρχίζει η παρακμή του είδους αυτού, με τον Ζαμπέτα να αντιμετωπίζει προβλήματα στις συνεργασίες του, αφού η εποχή δεν αναγνωρίζει πια τις αξίες του παρελθόντος.
Ωστόσο από το 1990 και μετά οι δισκογραφικές εταιρείες και τα Μ.Μ.Ε. «ανακαλύπτουν» ξανά τα τραγούδια του, τα οποία γνωρίζουν νέα άνθηση και επανακάμπτουν στις προτιμήσεις των ακροατών.
Δυστυχώς ο ίδιος πλέον δεν βρίσκεται μόνο στη δύση της καριέρας, αλλά και της ζωής του.
Σύμφωνα με μαρτυρία της κόρης του Κατερίνας σε συνέντευξή της το 2017, λίγοι μόνο του συμπαραστέκονται.
Ανάμεσα τους ο Μανώλης Μητσιάς, ο Ξενοφών Φιλέρης, η Μάρθα Βούρτση και η Μανταλένα.
Στις αρχές του 1992 δεν ένιωθε καλά και πονούσαν τα κόκκαλά του.
Όταν η κατάσταση επιδεινώθηκε μπήκε στο νοσοκομείο με τη διάγνωση τού καρκίνου στα οστά σε προχωρημένη κατάσταση.
Άφησε την τελευταία του πνοή από καρκίνο στο νοσοκομείο «Σωτηρία» στις 10 Μαρτίου 1992, σε ηλικία 67 ετών και κηδεύτηκε στο Γ' Νεκροταφείο Αθηνών.
Ο Δήμος Αιγάλεω τίμησε δις εν ζωή τον μεγάλο συνθέτη σε εκδηλώσεις που διοργάνωσε τον Απρίλιο του 1988 και το Σεπτέμβριο του 1990, ενώ και μια πλατεία της πόλης πλησίον τού σπιτιού του φέρει το όνομά του.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΑΖΗΣ
Ο Ανδρέας Γαζής ήταν Έλληνας νομικός και καθηγητής πανεπιστημίου.
Γεννήθηκε το 1909 στην Αθήνα, αλλά η καταγωγή του ήταν από τη Φωκίδα.
Σπούδασε νομική και πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παίρνοντας τα πτυχία του με άριστα.
Στη συνέχεια, την περίοδο 1933-37, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στα πανεπιστήμια του Αμβούργου, του Βερολίνου και του Λονδίνου.
Επέστρεψε στην Ελλάδα και το 1940 έλαβε διδακτορικό δίπλωμα με άριστα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Πέντε χρόνια αργότερα εξελέγη υφηγητής και το 1962 τακτικός καθηγητής στην έδρα του αστικού δικαίου.
Δίδαξε σε όλα τα τμήματα του αστικού δικαίου, ενώ δίδαξε και μαθήματα γενικότερης νομικής ύλης.
Την ακαδημαϊκή χρονιά 1969–70, εν μέσω της Δικτατορίας διετέλεσε κοσμήτορας της Νομικής Σχολής και αποχώρησε το 1974 λόγω του ορίου ηλικίας.
Παράλληλα με την πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία, την περίοδο από το 1937 έως το 1962 διατήρησε ιδιωτικό δικηγορικό γραφείο, ενώ από το 1974 έως το 1981 διετέλεσε πρόεδρος του ΔΣ του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών και διευθυντής του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου.
Ακόμη, ήταν μέλος διάφορων νομοπαρασκευαστικών επιτροπών της Βουλής των Ελλήνων.
Το 1999 το Πανεπιστήμιο Αθηνών του απένειμε τον τίτλο του ομότιμου καθηγητή.
Απεβίωσε στις 9 Μαρτίου 2000.
ΡΕΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ
Ο Ρένος Αποστολίδης ήταν Έλληνας συγγραφέας, δημοσιογράφος, φιλόλογος και κριτικός της λογοτεχνίας της μεταπολεμικής γενιάς.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 1924.
Το 1935 τελείωσε το δημοτικό σχολείο και το 1941 το Βαρβάκειο Γυμνάσιο, όπου στις 28 Οκτωβρίου 1941 οργάνωσε μαθητική αποχή, κατά τις πολύ αντίξοες συνθήκες της Κατοχής.
Συμμετείχε στην απαγορευμένη από την κυβέρνηση Παπανδρέου πορεία στις 3 Δεκεμβρίου 1944 με τους οπαδούς του ΕΑΜ, την έναρξη των Δεκεμβριανών.
Από το 1945 σπουδάζει στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του, γιατί τον κάλεσαν να υπηρετήσει στον Ελληνικό (Εθνικό) Στρατό κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, διότι τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων που ήταν εν χρήσει τότε τον ανέφεραν ως ύποπτο.
Ζώντας από κοντά την καταστροφή και τον θάνατο, ο ίδιος αναφέρει ότι ορκίστηκε να μην ρίξει μήτε μία σφαίρα και να καταγράψει ό,τι ζούσε επί δυόμισι χρόνια στον Γράμμο, το Βίτσι και κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Ρούμελης και της Πελοποννήσου.
Μόλις απολύθηκε, δημοσίευσε την Πυραμίδα 67, ένα αυθεντικό κείμενο για τον Εμφύλιο Πόλεμο, ένα έργο που δημιούργησε από το σύνολο των ημερολογιακών του καταγραφών κατά την διάρκεια του πολέμου, τα οποία κατάφερε να διασώσει αποστέλλοντάς τα, με την μορφή γραμμάτων, στους γονείς του. Απολύθηκε από τον στρατό όντας χαρακτηρισμένος ως "επικίνδυνος αριστερός ιδιαιτέρως εύγλωττος", ο ίδιος έλεγε ότι ο χαρακτηρισμός αυτός ήταν απολύτως σωστός με εξαίρεση το "αριστερός".
Το 1950 ολοκλήρωσε τις σπουδές του, για να διδάξει κατόπιν Αρχαία και Νέα Ελληνικά, Ιστορία και Λατινικά σε ιδιωτικά αθηναϊκά γυμνάσια.
Η πρώτη του συγγραφική εμφάνιση έγινε το 1944, με τη δημοσίευση του δοκιμίου «Καιρός τού είναι» στο περιοδικό Γράμματα.
Έναν χρόνο αργότερα, εξέδωσε την πρώτη του συλλογή δοκιμίων Τρεις σταθμοί μιας πορείας.
Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας ως συντάκτης στα έντυπα Ελευθερία, Νίκη, Εικόνες, Γνώσεις, Νεώτερον Λεξικόν Ηλίου, Ανεξάρτητος Τύπος και άλλων εκδόσεων, αλλά και ως κριτικός βιβλίων στα έντυπα Γράμματα, Φοιτητική Φωνή, Δελτίον του Βιβλίου, Κύκλος, Κοχλίας, Νέα Εστία, Νέοι Ρυθμοί, Νέες Εικόνες, Έθνος, Εθνικός Κήρυκας, Εποπτεία και Νέα Κοινωνιολογία.
Από το 1951 ανέλαβε την αρχισυνταξία και την κριτική στήλη στο περιοδικό Ο Αιώνας μας, και το 1952 ίδρυσε με τον πατέρα του το περιοδικό Τα Νέα Ελληνικά, από τις σελίδες του οποίου άσκησε έντονη κριτική «εναντίον του πολιτικού και λογοτεχνικού κατεστημένου», και ιδιαιτέρως κατά της «Γενιάς του '30», καταλογίζοντας σε αυτήν «πνευματική και ηθική ανεπάρκεια».
Για τη στάση του αυτή, είχε μηνύσει ο Μ. Καραγάτσης τον ίδιο και τον πατέρα του για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων.
Ωστόσο, το 1960 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων Ιστορίες από τις Νότιες Ακτές.
Το 1966 ο Αποστολίδης ξεκίνησε να δημοσιεύει σε συνέχειες στα «Νέα Ελληνικά» αποσπάσματα από το «Ημερολόγιο» του Ιωάννη Μεταξά συνοδευμένα από δικό του σαρκαστικό σχολιασμό.
Τα δημοσιεύματα προκάλεσαν την αντίδραση της νεοσύστατης οργάνωσης Κόμμα 4ης Αυγούστου, ο αρχηγός της οποίας, Κώστας Πλεύρης, επιτέθηκε στον Αποστολίδη από την εφημερίδα της οργάνωσης και μετά την ανταπάντηση του Αποστολίδη κατέθεσε μήνυση εναντίον του.
Η υπόθεση εκδικάστηκε μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, με το οποίο επιβλήθηκε στρατιωτική δικτατορία, οπότε έπαψε η κυκλοφορία των «Νέων Ελληνικών», που μέχρι τότε είχαν δημοσιεύσει μόνο πέντε άρθρα, που αφορούσαν τους δύο πρώτους τόμους του ημερολογίου του Μεταξά.
Στο δικαστήριο ο Αποστολίδης καταδικάστηκε, αλλά στο εφετείο δήλωσε ότι δεν είχε πρόθεση να θίξει τους τεταρταυγουστιανούς και η μήνυση ανακλήθηκε.
Από το 1962 έως το 1964, διετέλεσε συνεργάτης της Γενικής Διεύθυνσης του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας.
Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1963 κατήλθε υποψήφιος βουλευτής υπό τον Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη ενώ ήδη από το 1961 έγραφε κείμενα στο περιοδικό της νεολαίας του κόμματός του (Κόμμα Προοδευτικών).
Στις δημοτικές εκλογές του 1964 κατήλθε υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων στην παράταξη του Γεωργίου Πλυτά, χωρίς να ενδιαφέρεται καθόλου για το αν θα εκλεγεί, τονίζοντας - ως το τέλος της ζωής του - ότι εκείνο που είχε σημασία για αυτόν ήταν να έχει μπρος του μικρόφωνα ώστε να λέει δημοσίως τις απόψεις του και να βοηθά τον οποιονδήποτε άνθρωπο να διαμορφώσει την δική του προσωπική συνείδηση.
Ο Ρένος Αποστολίδης είναι ιστορικά μια προσωπικότητα με έντονα ετερόκλητες επιρροές: στα γραπτά και τις συνεντεύξεις του αναφέρονται σκέψεις και αναγνώσματα από τους Στίρνερ, Νίτσε κ.λπ. τα οποία τον τοποθετούν στη σφαίρα ενός ατομικιστικού/προσωπικού «αναρχισμού» ή «ατομικιστικής» στάσης απέναντι στην εξουσία, θρησκεία, θεσμούς και τα ιδεολογικά στερεότυπα.
Είχε όμως επίσης μαχητική στάση απέναντι στο «κατεστημένο» της εποχής γεγονός που φανερώνεται από συναναστροφές με κύκλους της σκληρής δεξιάς και του συντηρητικού χώρου σε συγκεκριμένες περιστάσεις.
Χαρακτηριστικά, το 1964, ήταν επικεφαλής οργισμένου πλήθους Ακροδεξιών που είχε εισβάλει στη Βουλή με συνθήματα: Προδότη Παπανδρέου, Καραμανλής, Παπανδρέου, παπατζή, ενώ το πλήθος ξυλοκόπησε βουλευτές της Ενώσεως Κέντρου, πράξη για την οποία συνελήφθη και καταδικάστηκε σε δυόμισι έτη φυλάκιση, εκτίοντας συνολικά τρεις μήνες.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, το 1969 μετά από υπόδειξη στον Γεώργιο Παπαδόπουλο η οποία προκάλεσε την προσωπική εντολή του δικτάτορα, επιβάλλεται η υποχρεωτική δημοσίευση σε συνέχειες στον αθηναϊκό Τύπο της Ανθολογίας Διηγήματων του Ηρακλή Ν. Αποστολίδη υπό τον όρο να μην λογοκριθούν τα κείμενα αυτά, έτσι με αυτόν τον τρόπο δημοσιεύτηκαν και κείμενα αντιφρονούντων όπως του πολιτικού εξόριστου Δημήτρη Χατζή.
Η δημοσίευση, ωστόσο, της δικής του νουβέλας Ο Α2, με θέμα τον Εμφύλιο, προκάλεσε την επέμβαση της λογοκρισίας και τη διακοπή της δημοσίευσής της κατόπιν παρέμβασης του δικτάτορα και του Ιωάννη Λαδά.
Μετά τη δικτατορία και έως το 1979, συνέχισε να γράφει κριτικές στο περιοδικό Τετράμηνα και δημοσίευσε αρκετά έργα του.
Στα τελευταία του χρόνια έκανε δημόσιες διαλέξεις και εμφανίζονταν στην τηλεόραση για θέματα της ελληνικής γλώσσας και παιδείας και λογοτεχνίας, ενώ υπήρξε επίτιμος καλεσμένος σε παρουσιάσεις έργων του.
Ήταν υποστηρικτής του πολυτονικού συστήματος γραφής, της ιστορικής ελληνικής ορθογραφίας και της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στην εκπαίδευση από το πρωτότυπο.
Απεβίωσε στις 10 Μαρτίου 2004, χτυπημένος από οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο, σε ηλικία 80 ετών.
Καθώς ήταν αγνωστικιστής και ελευθεριακός, η ταφή του έγινε χωρίς θρησκευτική τελετή στο Κοιμητήριο Παπάγου.
Έργα του μεταφράστηκαν στα ολλανδικά, γερμανικά, γαλλικά και ιταλικά.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ
Ο Μιχάλης Ζαμπέτας γεννήθηκε στο Αιγάλεω, στις 5 Ιουνίου 1956 και ήταν Έλληνας συνθέτης, κιθαρίστας, τραγουδιστής και πολιτικός.
Από νωρίς ακολούθησε τα βήματα του διάσημου πατέρα του, απ' τον οποίο διδάχθηκε τη μουσική τέχνη (αμφότεροι υπήρξαν ουσιαστικά αυτοδίδακτοι).
Σαν εκτελεστής, συνεργάσθηκε με το Γιώργο Στεφανάκη κι άλλους συνθέτες.
Ως οργανοπαίκτης (κιθάρα και μπουζούκι) πραγματοποίησε πολλές εμφανίσεις σε λαϊκές σκηνές ("Χυτήριο Θέατρο" κ.λπ.).
Διετέλεσε ακόμη, εκλεγμένος δημοτικός σύμβουλος Αιγάλεω επί μια τετραετία, με το συνδυασμό του Γιάννη Μυστακόπουλου.
Στην προσωπική ζωή του υπήρξε μποέμ, αλλά και πολύ αγαπητός.
Σχετίσθηκε με τρεις γυναίκες, η μια εκ των οποίων ήταν η ηθοποιός και τραγουδίστρια Νέλλη Γκίνη και απόκτησε δυο παιδιά από ισάριθμους γάμους.
Tον Γιώργο Ζαμπέτα, από την Ελένη Νταράλα, ετεροθαλή αδελφή του Γιώργου Νταλάρα και τον Μιχάλη Ζαμπέτα jr. από την τελευταία του σύντροφο.
Φανατικός καπνιστής, προσβλήθηκε από καρκίνο και έχασε πρόωρα τη ζωή του στις 10 Μαρτίου του 2008.
Κατά τραγική σύμπτωση την ίδια ημερομηνία είχε πεθάνει και ο πατέρας του, 16 χρόνια νωρίτερα.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΖΑΝ
Ο Βαγγέλης Καζάν, γεννημένος ως Βαγγέλης Καζαντζόγλου στο Ναύπλιο το 1936 ήταν Έλληνας ηθοποιός.
Σπούδασε θέατρο και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Μιχαηλίδη.
Η πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο ήταν το 1960 και στον κινηματογράφο το 1953.
Συνεργάστηκε πολλές φορές με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.
Η καριέρα του στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο διήρκεσε μισό αιώνα περίπου.
Πέρα από την ηθοποιία, ο Καζάν είχε ασχοληθεί και με τον στίβο, λαμβάνοντας μέρος σε αγώνες δρόμου.
Πέθανε από καρκίνο στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2008.
Το 1973, του απονεμήθηκε ειδική τιμητική μνεία στο 14ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία του στην ταινία Λάβετε θέσεις του Θόδωρου Μαραγκού.
Έλαβε το βραβείο Α' ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1975, για τον ρόλο του στην ταινία Ο θίασος του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Το 1978, του απονεμήθηκε ειδική τιμητική μνεία στο 19ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία του στις ταινίες Υπόθεσις Πολκ του Άγγελου Μάλλαρη, Η καγκελόπορτα του Δημήτρη Μακρή και Η χρυσομαλλούσα του Τώνη Λυκουρέση.
ΝΙΚΟΣ ΔΑΔΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Νίκος Δαδινόπουλος ήταν Έλληνας ηθοποιός του σινεμά και της τηλεόρασης.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου (σύμφωνα με τη Μαίρη Ευαγγέλου) του 1944.
Ξεκίνησε την καριέρα του στα μέσα της δεκαετίας του 1960, λαμβάνοντας μέρος σε αρκετές ταινίες, ενώ συνέχισε σε πολλά σίριαλ της κρατικής και αργότερα της ιδιωτικής τηλεόρασης.
Έγινε ευρύτερα γνωστός τη δεκαετία του 1970 χάρις στη συμμετοχή του στη σειρά Λούνα Παρκ.
Ήταν παντρεμένος από το 1979 ως το 2004 με τη συμπρωταγωνίστριά του, Μαίρη Ευαγγέλου, με την οποία απέκτησε έναν γιο, τον Άλκη (γενν. 1981), ο οποίος μεταξύ άλλων ασχολείται με τη σκηνοθεσία και είναι αθλητής του βραζιλιάνικου ζίου ζίτσου.
Τα τελευταία χρόνια ζούσε στην Κρήτη, συνεργαζόμενος με το τοπικό ΔΗΠΕΘΕ.
Απεβίωσε στις 10 Μαρτίου το 2012 στα Χανιά από προβλήματα υγείας.
ΔΟΜΝΑ ΣΑΜΙΟΥ
Η Δόμνα Σαμίου ήταν Ελληνίδα ερευνήτρια και ερμηνεύτρια που συνετέλεσε στη διάσωση και διάδοση της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής.
Γεννήθηκε στην Καισαριανή της Αθήνας στις 12 Οκτωβρίου 1928.
Οι γονείς της ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.
Ζούσαν σε ένα χωριό έξω από τη Σμύρνη, το Μπαϊντίρι.
Η μητέρα της ήρθε στην Ελλάδα το 1922 με την Μικρασιατική Καταστροφή ενώ ο πατέρας της το 1924 με την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Από εκεί είχε τα πρώτα ακούσματα της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής, όπως η ίδια είπε σε συνέντευξή της.
Έτσι μεγάλωσε και αγάπησε το δημοτικό τραγούδι.
Σε ηλικία 13 ετών είχε την πρώτη διδακτική επαφή με την μουσική.
Πήγε στο Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής, όπου και μαθήτευσε κοντά στον δημιουργό του, Σίμωνα Καρά.
Εκεί πήρε τα πρώτα μαθήματα Βυζαντινής μουσικής και της αποκαλύφθηκαν τα μυστικά του παραδοσιακού τραγουδιού.
Παράλληλα παρακολουθούσε νυχτερινό Γυμνάσιο.
Το 1954 άρχισε μία μακρά σχέση με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.) που τερματίστηκε το 1971.
Παράλληλα συνεργάστηκε με την Ελληνική Τηλεόραση (Ε.Ρ.Τ.) για μία σειρά μουσικών ντοκιμαντέρ με το τίτλο Μουσικό Οδοιπορικό με τη Δόμνα Σαμίου. Αυτή η προεργασία την βοήθησε να αποκτήσει ένα πλούσιο μουσικό υλικό, που αποδείχθηκε σημαντικό, με απώτερο στόχο την διαφύλαξη της ελληνικής μουσικής παράδοσης.
Το 1971, χρονιά ορόσημο για την μετέπειτα πορεία της, παρουσιάστηκε δίπλα στον Διονύση Σαββόπουλο συνερμηνεύοντας παραδοσιακά τραγούδια επί σκηνής.
Την ίδια χρονιά διασκεύασε το τραγούδι Γαλανή Γαλαζιανή με τον μουσικό Γιώργο Κοντογιώργο, για το δίσκο Ωτοστόπ του Θανάση Γκαϊφύλλια, ενώ συχνές ήταν και οι παρουσίες της σε μπουάτ της εποχής.
Ήδη όμως κυκλοφορούσαν δίσκοι της σε Ελλάδα, Γαλλία και Σουηδία, που σηματοδοτούσαν την απήχηση του έργου της στον κυρίως ελληνισμό και στην ελληνική ομογένεια.
Αντιστρατευόμενη την εμπορική εκμετάλλευση και εκλαΐκευση της ελληνικής παράδοσης, άρχισε να παρουσιάζει επί σειρά ετών την όσο πιο αυθεντική εκτέλεσή της.
Έτσι έκανε αμέτρητες συναυλίες στις οποίες τραγουδούσε η ίδια, αλλά και παρουσίαζε αυθεντικούς καλλιτέχνες και δημιουργούς του δημοτικού τραγουδιού.
Η άκρως χαρακτηριστική φωνή της την καθιστά με πολλούς άλλους μία εκ των αυθεντικώτερων μεγαλύτερων ελληνικών φωνών όλων των εποχών.
Απεβίωσε στις 10 Μαρτίου 2012, σε ηλικία 84 ετών.
Κηδεύτηκε με παρουσία πλήθους κόσμου στο Νεκροταφείο Νέας Σμύρνης.
ΚΑΙΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Η Καίτη Κωνσταντίνου ήταν Ελληνίδα κωμική ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης.
Γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1962 στη Ροδοδάφνη Αχαΐας.
Τελείωσε ταυτόχρονα τη Φιλοσοφική και τη Δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης, απ' όπου αποφοίτησε το 1986, μαζί με τις φίλες της, Μαρία Καβογιάννη και Υρώ Μανέ.
Είχε εργασθεί και ως φιλόλογος.
Ο πρώτος της ρόλος ήταν στη θεατρική παράσταση «Εσωτερικές Φωνές» στο Θέατρο Τέχνης.
Έγινε ευρέως γνωστή από την ερμηνεία της στον ρόλο της Σωσώς Παπαδήμα στη σειρά «Εγκλήματα».
Είχε συμμετάσχει σε πολλές θεατρικές παραστάσεις, καθώς και σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές.
Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής της, πάλευε με μίας επιθετικής μορφής καρκίνο.
Απεβίωσε συνεπεία αυτού σε ιδιωτικό θεραπευτήριο των Αθηνών μετά από βραχύχρονη νοσηλεία, στις 10 Μαρτίου 2025, σε ηλικία 62 ετών.
Κηδεύτηκε στην γενέτειρά της, την Ροδοδάφνη Αχαΐας, δύο ημέρες αργότερα.