" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 16 ΙΟΥΛΙΟΥ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΞΑΡΧΑΚΟΣ
Ο Ανδρέας Ξαρχάκος του Γεωργίου, ήταν Έλληνας πολιτικός από τη Θεσσαλονίκη.
Υπηρέτησε ως βουλευτής από το 1946 ως το 1950.
Γεννήθηκε το 1890 στο Πεταλίδι Μεσσηνίας καταγωγή από Μάνη, βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά και μετέπειτα πολιτικά.
Εργάστηκε ως ποτοποιός.
Υπήρξε επί πολλά έτη πρόεδρος και σύμβουλος της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών Θεσσαλονίκης.
Εξελέγη βουλευτής Θεσσαλονίκης με το Λαϊκό Κόμμα στις εκλογές του 1946 με 8.624 ψήφους.
Πέθανε σε ηλικία 69 ετών στις 16 Ιουλίου 1959 και κηδεύτηκε την επομένη από τον ιερό ναό Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Ήταν παντρεμένος με την Ελένη Ξαρχάκου.
ΚΑΡΟΛΟΣ ΑΡΛΙΩΤΗΣ
Ο Κάρολος Αρλιώτης ήταν Έλληνας οικονομολόγος, τραπεζίτης και υπουργός στις υπηρεσιακές κυβερνήσεις Γεωργακόπουλου (1958), Δόβα (1961) και Πιπινέλη (1963).
Γεννήθηκε το 1895 στην Κέρκυρα και σπούδασε οικονομικές επιστήμες στο Παρίσι.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα εντάχθηκε στο δυναμικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, όπου και ανέλαβε σημαντικές θέσεις.
Το 1938 διορίστηκε γενικός γραμματέας της Κτηματικής Τράπεζας, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι και το 1942, οπότε και διορίστηκε πρόεδρος αυτής.
Επίσης είχε διατελέσει πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Βασιλικού Εθνικού Ιδρύματος και πρώτος πρόεδρος της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης.
Το 1979 εξέδωσε την Ιστορία της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο Ακαδημίας τον Δεκέμβριο του 1980.
Στις υπηρεσιακές κυβερνήσεις Γεωργακόπουλου (1958), Δόβα (1961) και Πιπινέλη (1963) ανέλαβε υπουργός Συντονισμού.
Υπήρξε ένας από τους πρώτους κατοίκους της Εκάλης.
Το 1979 αυτός και η σύζυγός του, Λίλη, πραγματοποίησαν δύο δωρεές, 23 και 28 έργων αντίστοιχα, προς την Εθνική Πινακοθήκη.
Απεβίωσε στις 16 Ιουλίου στην Αθήνα το 1981 και κηδεύτηκε στις 17 Ιουλίου από τον ιερό ναό του Πρώτου Νεκροταφείου.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΝΟΦΑΓΟΣ
Ο Κωνσταντίνος Η. Κονοφάγος ήταν Έλληνας μεταλλουργός και χημικός μηχανικός.
Γεννήθηκε στην Πρέβεζα στις 26.12.1912.
Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Πρέβεζας το 1929 και παρακολούθησε δύο τάξεις Ειδικών Μαθηματικών στο Lycée Louis-le-Grand του Παρισιού κατά τα έτη 1930-1932.
Σπούδασε ως μηχανικός στην École Centrale Des Arts et Manufactures του Παρισιού τα έτη 1932-1936 και επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε ως μεταλλουργός μηχανικός στις εγκαταστάσεις της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου στο Λαύριο Αττικής.
Στον Ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940-1941) υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός, μηχανικός πυροβόλων.
Διετέλεσε Δήμαρχος Λαυρίου, από 4.1.1946 έως 15.4.1946, και συνέβαλε στην αναδιοργάνωση της πόλης, η οποία είχε υποφέρει κατά την περίοδο της κατοχής.
Το έργο του αυτό έτυχε γενικής αναγνώρισης από τους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι ανήγειραν στα Λαύριο ανδριάντα του.
Ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα και ήταν πρύτανης του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου κατά τα γεγονότα της εξέγερσης του Νοεμβρίου 1973.
Προστάτεψε το κύρος του Ιδρύματος, το πανεπιστημιακό άσυλο, υπεράσπισε τους φοιτητές και αρνήθηκε την είσοδο στο Ε.Μ.Π. των οργάνων της δικτατορίας.
Μετά τη μεταπολίτευση κλήθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να μετάσχει στην πολιτική.
Είχε παντρευτεί την Ευγενία Βακαλοπούλου και απέκτησαν δύο παιδιά τον Ηλία Κονοφάγο και την Ιωάννα Κονοφάγου, σύζυγο Αχιλλέα Παπαθανασίου.
Πέθανε στην Αθήνα στις 16.7.1989 και τάφηκε, κατά την επιθυμία του, στο κοιμητήριο του Αγίου Γεωργίου στον Θορικό του Λαυρίου, εκεί όπου, επίσης, τάφηκε το 1942 ο πρώτος εργάτης που πέθανε από πείνα στις εγκαταστάσεις της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου.
ΜΑΡΙΑ ΑΡΩΝΗ
Η Μαρία (Μαίρη) Αρώνη, ήταν Ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου, για πολλά χρόνια πρωταγωνίστρια -κυρίως του Εθνικού θεάτρου.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκέμβριου του 1916.
Εγγονή του καθηγητή της Μεγάλης του Γένους Σχολής, Λέανδρου Αρβανιτάκη, ήταν πτυχιούχος πιάνου και απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, μαθήτρια του Φώτου Πολίτη και αριστούχος στην απαγγελία και φωνητική. Αποφοίτησε το 1933.
Εξι μήνες νωρίτερα, είχε παντρευτεί (σύμφωνα με συνέντευξη που έδωσε στις 11 Απριλίου 1979 στη Σούλα Αλεξανδροπούλου) τον Θεόδωρο Αρώνη, επίσης ηθοποιό.
Πρώτη επαγγελματική εμφάνιση στο θέατρο έκανε με το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη το 1935 σε ηλικία 21 ετών.
Το 1941, σε ηλικία 27 χρονών, γίνεται από τις νεότερες πρωταγωνίστριες της εποχής στο θίασο του Κώστα Μουσούρη και το 1944 γίνεται συν-θιασάρχης, πρώτα με τον Δημήτρη Χορν και έπειτα και με την ξαδέρφη της, Βάσω Μανωλίδου.
Το 1946 εντάσσεται στο δυναμικό του Εθνικού Θεάτρου ερμηνεύοντας τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε μια σειρά έργων του παγκόσμιου ρεπερτορίου, όπως στο «Άνθρωπος και υπεράνθρωπος» του Σω, στη «Στρίγκλα που έγινε αρνάκι» του Σαίξπηρ, στη «Λοκαντιέρα» του Γκολντόνι, κ.α.
Από το 1950 και για τα επόμενα 4 χρόνια θα συνεχίσει την πορεία της στο ελεύθερο θέατρο, συνεργαζόμενη με τον Δημήτρη Ροντήρη στον θίασό του «Ελληνική σκηνή», αλλά και με την Βάσω Μανωλίδου.
Το 1954 θα επιστρέψει στο Εθνικό θέατρο, για να μείνει μέχρι το 1958.
Εκεί θα ερμηνεύσει για πρώτη φορά Αριστοφάνη, τις κωμωδίες «Εκκλησιάζουσες» και «Λυσιστράτη», έργα που θα σφραγίσει με το παίξιμό της.
Από το 1958 θα ξαναγυρίσει στο ελεύθερο θέατρο, για να το εγκαταλείψει οριστικά το 1963.
Από τότε και μέχρι την τελευταία της εμφάνιση στη σκηνή το 1982 θα παίζει στο Εθνικό θέατρο.
Θα ερμηνεύσει όλους σχεδόν τους κλασικούς ρόλους του παγκόσμιου δραματολογίου, από την Βαρβάρα Σταυρόγκιν στο έργο του Ντοστογιέφσκυ «Δαιμονισμένοι» και την βασίλισσα Ελισάβετ στο έργο του Σίλλερ «Μαρία Στούαρτ» μέχρι την Σεραφίνα ντέλλε Ρόζε στο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς «Τριαντάφυλλο στο στήθος» και την Ειρήνη Νικολάγιεβνα Αρκάντινα στο έργο του Τσέχωφ, «Ο γλάρος».
Εκτός όμως της θεατρικής της παρουσίας στο αθηναϊκό κοινό έκανε και πολλές περιοδείες στο εξωτερικό με αντίστοιχες παραστάσεις, όπως στο Φεστιβάλ των Εθνών (Παρίσι 1957), Μέση Ανατολή (1958), Λονδίνο (1967), Πολωνία, Ουγγαρία (1969), Ιαπωνία (1972).
Αλλά και στον κινηματογράφο η παρουσία της κρίθηκε πολύ έντονη έτσι που να δηλώνει τακτικά η ίδια ότι "δε θυμόταν ποτέ να είχε χρόνο ελεύθερο". Ιδιαίτερα σε ρόλους μητέρας ή πεθεράς δημοφιλών ηθοποιών ήταν ασύγκριτη, από δε το 1968 είχε αναλάβει καθηγήτρια της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.
Η Μαίρη Αρώνη υπήρξε επίσης επίτιμη δημότης της Ρόδου, τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Ευποιίας (1958) από το Βασιλέα Παύλο και το 1966 με το Μέγα Ταξιάρχη από το Βασιλέα Κωνσταντίνο Β', καθώς και με άλλες διακρίσεις κυρίως από τη Μέση Ανατολή (Κυβερνήσεων και Πατριαρχείων).
Η εκτίμηση που έτρεφε κυρίως το θεατρόφιλο κοινό στο πρόσωπό της για το πλούσιο "τάλαντον" και την ευσυνείδητη επίδοσή της υπήρξε μεγάλη.
Μιλούσε γαλλικά & αγγλικά και ήταν μόνιμη κάτοικος Καλαμακίου / Παλαιού Φαλήρου ( Το 1942 η κοινότητα Παλαιού Φαλήρου αναγνωρίστηκε ως δήμος και ενσωμάτωσε την κοινότητα Καλαμακίου, που όμως αποσπάσθηκε το 1945).
Οι Γερμανοί κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχαν επιτάξει το σπίτι της.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, παραθέριζε σε βόρειο παράλιο δήμο της Αττικής.
Πέθανε, στον ύπνο της, τα ξημερώματα της 16ης Ιουλίου 1992.
ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΑΣ
Ο Μανούσος Ι. Μανούσακας ήταν Έλληνας ιστορικός, φιλόλογος και καθηγητής πανεπιστημίου και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο στις 3 Δεκεμβρίου 1914, με καταγωγή από τα Σφακιά και το χωριό Ίμβρος από τη μεριά του παππού του.
Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του στη γενέτειρα του. Στο περιοδικό του γυμνασίου του, τη ‘’Μαθητική Ηχώ’’ την οποία διηύθυνε για δύο χρόνια, εξέδωσε και τα πρώτα του κείμενα.
Το 1932 εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και αποφοιτά τον Μάιο του 1937. Από το 1938 μέχρι το 1941 διατελεί γραμματέας της Συντακτικής Επιτροπής της Εταιρείας Κρητικών Σπουδών.
Το 1942 διορίζεται συντάκτης του Μεσαιωνικού Αρχείου, του κατοπινού ‘’Κέντρου Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού’’ της Ακαδημίας Αθηνών, και από το 1951 μέχρι το 1961 διευθυντής του ίδιου ιδρύματος.
Από το 1947 μέχρι το 1951 λαμβάνει υποτροφία από τη Γαλλική Κυβέρνηση και σπουδάζει στο Παρίσι.
Λαμβάνει νέα υποτροφία από το Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (Γαλλία) (CNRS), παρακολουθώντας μαθήματα στην Σορβόννη και στην École Pratique des Hautes Études, ειδικευόμενος στην παλαιογραφία και την εκδοτική κειμένων και εγγράφων.
Τον Μάρτιο του 1951 αναγορεύεται αριστούχος διδάκτωρ της Faculté des Lettres του Πανεπιστημίου του Παρισιού με τη διατριβή Contribution à l’ histoire de l'épistolographie néo-hellénique.
Τον Μάρτιο του 1960 αναγορεύθηκε αριστούχος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης με διατριβή που είχε ως τίτλο της Η εν Κρήτη συνωμοσία του Σήφη Βλαστού (1453-1454) και η νέα συνωμοτική κίνησης του 1460-1462.
To 1961 εκλέγεται στην έδρα της Ιστορίας των Μέσων και των Νεωτέρων Χρόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διδάσκει εκεί μέχρι το 1966 οπότε αποσπάται στη διεύθυνση του Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, όπου τον είχε εκλέξει η Ακαδημία Αθηνών, μέχρι το 1981.
Από το 1975 μέχρι το 1980 υπήρξε διευθυντής του Κέντρου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και από το 1975 μέχρι το 1981 Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Το 1980 εξελέγη αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1982 Ακαδημαϊκός, ενώ το 1995 διετέλεσε πρόεδρός της.
Απεβίωσε στις 16 Ιουλίου 2003 σε ηλικία 89 ετών.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΒΕΛΟΥΔΗΣ
Ο Βασίλης Νεφελούδης ήταν βουλευτής.
Γεννήθηκε στα Μουδανιά της Μικράς Ασίας το Φεβρουάριο του 1906.
Προερχόνταν από εύπορη οικογένεια, η οποία όμως καταστράφηκε οικονομικά με τη Μικρασιατική Καταστροφή και ήλθε στην Ελλάδα φτωχή και εξαθλιωμένη.
Ο ίδιος εργάστηκε σε διάφορες εργασίες πριν προσληφθεί στην εταιρεία των Τραμ, ως εισπράκτορας αρχικά και αργότερα ως οδηγός.
Δραστηριοποιήθηκε ως συνδικαλιστής, ενώ το 1927 εντάχθηκε στο ΚΚΕ.
Το 1930 εκλέχθηκε Γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας (ΚΟΑ) του ΚΚΕ, καθώς και Γραμματέας της Ομοσπονδίας Εργατών Ηλεκτρισμού και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας.
Το 1931 διορίστηκε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ από την Κομμουνιστική Διεθνή (ΚΔ), όταν αυτή επενέβη για τον τερματισμό της λεγόμενης Φραξιονιστικής πάλης χωρίς αρχές.
Φοίτησε στις κομματικές σχολές KOYTB και συμμετείχε σε αποστολές του ΚΚΕ στη Μόσχα για συνέδρια της ΚΔ.
Το 1932 εκλέχθηκε πρώτος σε ψήφους βουλευτής Αθηνών του ΚΚΕ με το Ενιαίο Μέτωπο Εργατών Αγροτών (ΕΜΕΑ), ενώ το 1934 ήταν υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων.
Το 1936 εκλέχθηκε πάλι βουλευτής Αθηνών του ΚΚΕ με το Παλλαϊκό Μέτωπο.
Πέθανε στις 16 Ιουλίου στην Αθήνα το 2004.
Αδερφός του ήταν το στέλεχος της Ανανεωτικής Αριστεράς και συγγραφέας Παύλος Νεφελούδης, ανηψιός του το στέλεχος της Δημοκρατικής Αριστεράς και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, Γενικός Γραμματέας Εργασίας στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (2015-2019), Ανδρέας Νεφελούδης και εγγονός του ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Κωνσταντίνος Δημόπουλος γεννήθηκε στην Παλιά Βροντού Πιερίας το 1909 και ήταν Έλληνας δικηγόρος και πολιτικός.
Σπούδασε στο Διδασκαλείο Θεσσαλονίκης. Αρχικά εργάστηκε ως δάσκαλος στη Βροντού (1927) και εν συνεχεία στην Κατερίνη. Ήταν υπέρμαχος του δημοτικισμού.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όμως αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του εξαιτίας του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, για να επιστρατευτεί και να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή.
Επίσης, ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δράση κατά την περίοδο της Κατοχής, πολεμώντας με το ΕΑΜ, δράση για την οποία διώχθηκε και εκτοπίστηκε στον Αϊ-Στράτη.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, άσκησε το δικηγορικό λειτούργημα στη συμπρωτεύουσα.
Ως δικηγόρος, υπερασπίστηκε αρκετούς αγωνιστές σε δικαστήρια.
Ως βουλευτής διακρίθηκε για την ευφράδεια λόγου του και τη μαχητικότητά του.
Το 1965 εισηγήθηκε μαζί με άλλους πολιτικούς την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Παπανούτσου.
Με τη σύζυγό του, τη δασκάλα Πιπίτσα Κασιδάκου, απέκτησαν 3 παιδιά.
Ο γιος του, Γιάννης Δημόπουλος, εξελέγη επίσης βουλευτής Πιερίας και έγινε αργότερα υφυπουργός Εμπορίου, ενώ ο εγγονός του, Κώστας, είναι δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω και ήταν υποψήφιος βουλευτής με τη ΝΔ στις βουλευτικές εκλογές του 2009 και εξελέγη δήμαρχος του Δήμου Δίου-Ολύμπου (με το συνδυασμό "Ολύμπια Συμμαχία") με ποσοστό 52,3% το 2014.
Ήταν επίσης υποψήφιος δήμαρχος στον ίδιο Δήμο το 2010.
Ο Κωνσταντίνος Δημόπουλος πέθανε σε ηλικία 98 ετών στη Θεσσαλονίκη στις 16 Ιουλίου 2007 και τάφηκε στη Βροντού, τον Ιούλιο του 2007.