"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 19 ΜΑΪΟΥ
ΣΠΥΡΟΣ ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ
Ο Σπύρος Σπυρομήλιος ήταν Έλληνας αξιωματικός της χωροφυλακής και βουλευτής.
Γεννήθηκε το 1864 στη Θήβα ή - σύμφωνα με άλλη εκδοχή - στη Χειμάρρα και καταγόταν από ιστορική οικογένεια της Χειμάρρας.
Αρχικά πραγματοποίησε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο, πιθανότατα στην Αθήνα, και αργότερα εισήχθη στη Ναυτική Σχολή Κεφαλληνίας μέσω της οποίας πραγματοποίησε ταξίδια σε αρκετά ευρωπαϊκά λιμάνια. Έπειτα επέστρεψε στην Αθήνα με πρόθεση να σπουδάσει στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων δεν έγινε όμως δεκτός διότι είχε ξεπεράσει το δέκατο ένατο έτος της ηλικίας του.
Τότε, έπειτα από προτροπή του συγγενή του και μεράρχου χωροφυλακής, Ιωάννη Σπυρομήλιου, κατετάγη το 1883 στο σώμα και σύντομα εξελίχθηκε σε αξιωματικό.
Στις 20 Απριλίου 1926, αποστρατεύτηκε, συνεπεία των τραυμάτων που είχε αποκομίσει από τις μάχες, με το βαθμό του συνταγματάρχη και τέθηκε τιμητικά σε διαθεσιμότητα.
Το σπίτι (αρχοντικό) της οικογένειας Σπυρομήλιου, αποτελεί ένα από τα αξιοθέατα της παλιάς πόλης της Χειμάρρας, αν και εγκαταλειμμένο σήμερα.
Ο Σπυρομήλιος απεβίωσε στις 19 Μαΐου του 1930 στην Αθήνα όπου και κηδεύτηκε με κάθε επισημότητα παρουσία του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και πλήθους πολιτικών, στρατιωτικών και κόσμου.
Στη διαθήκη του, εξέφρασε ως τελευταία επιθυμία να ταφεί στη Χειμάρρα, πράγμα το οποίο όμως δεν έγινε εφικτό, καθώς η αλβανική κυβέρνηση απέρριψε το αίτημα της ελληνικής πλευράς, φοβούμενη τυχόν επεισόδια κατά τη μεταφορά της σορού του Σπυρομήλιου στην πόλη.
ΠΕΤΡΟΣ ΚΟΚΚΟΡΟΣ
Ο Πέτρος Κόκκορος ήταν Έλληνας πανεπιστημιακός που διετέλεσε καθηγητής ορυκτολογίας και πρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Γεννήθηκε το 1898 στο Κουκούλι των Ζαγοροχωρίων.
Αφού ολοκλήρωσε το δημοτικό στην ιδιαίτερη πατρίδα του φοίτησε στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων και αργότερα εισήχθη στη Φυσικομαθηματική σχολή του Πανεπιστημίου Αθήνας από όπου αποφοίτησε το 1925.
Μετά την αποφοίτησή του ανέλαβε τη θέση του επιμελητή στο ορυκτολογικό εργαστήριο του ίδιου πανεπιστημίου, ενώ κατά τη δεκαετία του 1930 μετεκπαιδεύτηκε στα πανεπιστήμια της Λειψίας και του Τύμπιγκεν.
Το 1940 διορίστηκε τακτικός καθηγητής Ορυκτολογίας και Πετρολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου δίδαξε μέχρι το 1967, έτος κατά το οποίο συνταξιοδοτήθηκε.
Το 1968 εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα ενώ μετά το θάνατο της συζύγου του, Έλενας, το 1970 επέστρεψε στο Κουκούλι.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στα Ιωάννινα όπου και απεβίωσε κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 19ης Μαΐου του 1981.
Ο Κόκκορος υπήρξε σημαντικός συγγραφέας (η «Γενική Ορυκτολογία» του 1966 χαρακτηρίζεται ως το σημαντικότερο έργο του, εισηγητής της επιστημονικής κρυσταλλογραφίας στην Ελλάδα, ενώ υπήρξε ευεργέτης της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών - στην οποία παραχώρησε την προσωπική του βιβλιοθήκη - και του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στο οποίο παραχώρησε αρκετά ακίνητα.
Στο ίδιο πανεπιστήμιο υφίσταται και κληροδότημα για την ενίσχυση των σπουδών των φοιτητών.
ΤΑΚΗΣ ΚΑΡΔΑΡΑΣ
Ο Δημήτριος (Τάκης) Καρδάρας ήταν Έλληνας γιατρός και πολιτικός από την Αγιά Λάρισας.
Γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1915, γιος του Ιωάννη και της Βασιλικής.
Σε ηλικία 10 ετών φοίτησε στο Σχολαρχείο της Αγιάς και στη συνέχεια σε Γυμνάσια της Λάρισας (ιδιωτικό) και του Βόλου.
Γράφτηκε στην Οδοντιατρική Σχολή Αθηνών, έπειτα από εξετάσεις και φοίτησε εκεί επί πενταετία.
Μετά την πρακτική του άσκηση, η οποία διήρκεσε δύο χρόνια, έλαβε το πτυχίο του στη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του ως εφέδρου Αξιωματικού του Πυροβολικού.
Όταν ξέσπασε ο Πόλεμος του 1940 ο Καρδάρας έλαβε ενεργά μέρος και αναγνωρίστηκε με εύφημο μνεία για την αφοσίωση στο καθήκον του στις μάχες στα βουνά της Αλβανίας.
Ανέπτυξε έπειτα έντονη αντιστασιακή δράση και υπέστη διώξεις για την δράση αυτή, με εξορία στη Μακρόνησο.
Μετά την επιστροφή του στην Αγιά, αποφάσισε να ασχοληθεί με τα κοινά.
Εξελέγη πρόεδρος της κοινότητας Αγιάς στις εκλογές του 1954 και η θητεία του ξεκίνησε την πρώτη μέρα του 1955.
Επανεξελέγη το 1958, διατελώντας στο αξίωμα ως την τελευταία ημέρα του 1960, συνολικά έξι χρόνια.
Στη διάρκεια της θητείας του πραγματοποίησε αρκετά εξωραϊστικά έργα στην Αγιά.
Εξελέγη βουλευτής Λάρισας το 1963 και το 1964 με την Ένωση Κέντρου. Μεταπολιτευτικά εξελέγη ξανά βουλευτής το 1974 με την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις, η οποία μετονομάστηκε σε ΕΔΗΚ το 1976 και ξανά το 1977 με την ΕΔΗΚ.
Ήταν ιδρυτικό μέλος του ΚΟΔΗΣΟ. Ως βουλευτής διαφοροποιήθηκε από το ΚΟΔΗΣΟ και στήριξε την υποψηφιότητα του Καραμανλή για την Προεδρία της Δημοκρατίας το 1980.
Το 1981 αποσύρθηκε από τα κοινά.
Πέθανε σε ηλικία 74 ετών από έμφραγμα του μυοκαρδίου στις 19 Μαΐου 1989 και κηδεύτηκε την επομένη στην Αγιά.
Άφησε συγγραφικό έργο, με βιβλία και άρθρα για την Αγιά.
Επίσης, έκανε δωρεά τον όροφο του πατρικού του σπιτιού στην κοινότητα της ιδιαίτερης πατρίδας του και με τη διαθήκη του κληροδότησε μισό εκατομμύριο δραχμές στο Λύκειο της Αγιάς.
Άφησε επίσης πλούσιο ιστορικό και πολιτικό αρχείο για την Αγιά, που καλύπτει την χρονική περίοδο από το 1915 ως το 1980.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΙΝΓΟΥΝΤ
Η Χριστιάνα Σουρβίνου-Ίνγουντ ήταν πανεπιστημιακός στον τομέα της αρχαιοελληνικής θρησκείας και μια από τις πιο σημαίνουσες Ελληνίστριες.
Γεννήθηκε στο Βόλο στις 26 Φεβρουαρίου το 1945 αλλά μεγάλωσε στην Κέρκυρα.
Σπούδασε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ξεκίνησε την έρευνα της στη Μυκηνολογία στη Ρώμη και αργότερα στην Αθήνα.
Αποφοίτησε από την Οξφόρδη το 1973 με διδακτορικό δίπλωμα στο Μινωικό πολιτισμό και τη Μυκηναϊκή πίστη στη μετά θάνατον ζωή.
Υπήρξε λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ (1976-78) και επιβλέπων συνεργάτις στο Πανεπιστημιακό Κολλέγιο της Οξφόρδης (1990-95).
Ακόμη εργάστηκε ως μελετήτρια Κλασικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ (1995-98).
Σύμφωνα με το Τμήμα Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Ρέντινγκ η αναγνωρισμένη υπεροχή της Σουρβινού-Ίνγουντ στις σπουδές της Ελληνικής θρησκείας είχε μια διαρκή συμβολή στην έρευνα του Τμήματος και το πεδίο αυτό παραμένει έως και σήμερα ένα από τα δυνατά του σημεία.
Πέθανε στις 19 Μαΐου 2007.
ΜΗΤΣΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος ήταν βραβευμένος Έλληνας συγγραφέας.
Γεννήθηκε στις 26 Μαΐου 1924 στην Αμαλιάδα Ηλείας.
Το 1942 εντάχθηκε στο ΕΑΜ Νέων, μετά στην ΕΠΟΝ και αργότερα στο ΚΚΕ. Παρακολούθησε μαθήματα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εγκατέλειψε τις σπουδές του τις οποίες συνέχισε μετά την απελευθέρωση.
Το 1947 στρατεύεται αλλά λιποτακτεί. Το 1948 περνά ως μαχητής στο Αρχηγείο Ηπείρου, στου οποίου την εφημερίδα «Καθημερινά Νέα», έστελνε χρονογραφήματα για τις μάχες με το ψευδώνυμο «Σφυρής».
Σε κάποια μάχη τραυματίστηκε βαριά και στάλθηκε σε νοσοκομείο στην Αλβανία. Επιστρέφει στο Αρχηγείο Ηπείρου, αλλά λόγω αναπηρίας ασχολείται αποκλειστικά με τα «Καθημερινά Νέα» σαν πολεμικός ανταποκριτής.
Παράλληλα δημοσιεύει αγωνιστικού περιεχομένου πεζογραφικά κείμενα και ποιήματα σε έντυπα όπως η «Εξόρμηση» κ.α..
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και τα χρόνια του εμφυλίου έφυγε ως πολιτικός πρόσφυγας στο Βουκουρέστι όπου ασχολήθηκε με το εκδοτικό του ΚΚΕ «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις».
Το 1953 καταδικάστηκε από το στρατοδικείο Ιωαννίνων τρις εις θάνατον.
Το 1956 μετακινήθηκε στη Μόσχα. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε από τη Ρουμανία, δημοσιεύοντας κείμενα στα ελληνικά και στα ρώσικα και με αυτόν τον τρόπο έγινε γνωστός στον ελλαδικό χώρο.
Στη Σοβιετική Ένωση ο Αλεξανδρόπουλος σπούδασε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο Μόσχας και για αρκετό διάστημα στράφηκε στη συντήρηση αγιογραφιών και στη μελέτη της ρωσικής λογοτεχνίας και λαϊκής παράδοσης.
Το 1959 νυμφεύθηκε τη μελετήτρια της ελληνικής λογοτεχνίας και μεταφράστρια του Καβάφη στα ρώσικα, Σόνια Ιλίνσκαγια.
Στην Ελλάδα γύρισε το 1975 και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Το 1963 τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό αντιστασιακού διηγήματος της Επιθεώρησης Τέχνης για το διήγημα ''Κορυσχάδες" και με τα διεθνή λογοτεχνικά βραβεία Τολστόι (1978) και Γκόρκι (1979) για τις μελέτες και μεταφράσεις του από τη ρωσική λογοτεχνία και το 1981 με το πρώτο βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας για Το ψωμί και το βιβλίο: ο Γκόρκι.
Το 1985 με το βραβείο Τουμανιάν για το Οι Αρμένηδες: ταξίδι στη χώρα τους και την ιστορία τους, (Αρμενία, Ερεβάν) που μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα αρμενικά το 1984.
Το 2007 του απονεμήθηκε το μετάλλιο Πούσκιν και το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του το 2001.
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος τοποθετείται στους Έλληνες συγγραφείς της μεταπολεμικής περιόδου.
Σημαντικό μέρος του έργου του αποτελούν επίσης οι λογοτεχνικές μεταφράσεις και οι βιογραφίες του για Ρώσους συγγραφείς όπως οι Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Άντον Τσέχωφ, Μαξίμ Γκόρκι, Νικολάι Γκόγκολ, Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Όσιπ Μάντελσταμ κ.ά.
Με αφορμή τον θάνατό του, η Εταιρεία Συγγραφέων εξέδωσε ανακοίνωση η οποία αναφέρει για τον Αλεξανδρόπουλο: ''στον ακαταπόνητο άνθρωπο των γραμμάτων που εισέφερε σημαντικά σε όλα τα επιμέρους είδη της πεζογραφίας με διηγήματα, μυθιστορήματα, βιογραφίες, και για μισό περίπου αιώνα αποτέλεσε έναν μοναδικό κόμβο μεταξύ της σύγχρονης ελληνικής και της ρωσικής λογοτεχνίας...".
Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, ιταλικά, βουλγαρικά.
Πέθανε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2008 από καρκίνο.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΓΓΟΣ
Ο Δημήτρης Ρίγγος ήταν Έλληνας ιατρός, πανεπιστημιακός, και συνδικαλιστής.
Γεννήθηκε το 1940 στο Σιταρά Γρεβενών, όπου τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο.
Συνέχισε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο Γρεβενών. Μπήκε στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, στην Ιατρική Σχολή, το 1960 (7ος με σειρά επιτυχίας).
Γρήγορα εντάχθηκε στη νεολαία της Ένωσης Κέντρου.
Για μικρό χρονικό διάστημα έγραφε το φοιτητικό ρεπορτάζ στην εφημερίδα Μακεδονία.
Τον Ιανουάριο του 1968 κατατάχθηκε στην αεροπορία ως έφεδρος αξιωματικός γιατρός.
Τον Ιούνιο του 1970 επέλεξε το αγροτικό ιατρείο του Ζιάκα Γρεβενών, όπου υπηρέτησε μέχρι τον Ιανουάριο του 1973.
Τον Φεβρουάριο του 1973 διορίστηκε στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βόρειας Ελλάδας (Κ.Ν.Θ.Β.Ε.), το σημερινό «Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ», ως ειδικευόμενος ιατρός στην Πανεπιστημιακή Πνευμονολογική Κλινική.
Τον ίδιο χρόνο έγινε πανεπιστημιακός βοηθός.
Το 1975 τελείωσε την ειδικότητα της Πνευμονολογίας και μέχρι το 1980 τη διατριβή του, οπότε αναγορεύτηκε Διδάκτωρ του Α.Π.Θ..
Το ίδιο χρονικό διάστημα 1975-80 διετέλεσε Πρόεδρος του Συλλόγου των εν Θεσσαλονίκη Γρεβενιωτών.
Παρουσίασε τότε μια πλούσια πολιτιστική και κοινωνική δράση και ένα σημαντικό έργο.
Το 1980-81 πήρε υποτροφία από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης για το Addenbrooks Hospital του Cambridge της Αγγλίας, όπου μετεκπαιδεύτηκε στην Εντατική Ιατρική, που εκείνη την εποχή για τα ελληνικά δεδομένα ήταν ένα σχεδόν άγνωστο γνωστικό αντικείμενο.
Η συγκυρία του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) και το πάθος του για την Εντατική Ιατρική τον ώθησαν να αναπτύξει τη μεγαλύτερη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) στη Βόρεια Ελλάδα, στο Νοσοκομείο "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ".
Το 1984 πήρε και πάλι υποτροφία από το Α.Π.Θ. για τη Σουηδία, όπου μετεκπαιδεύτηκε σε θέματα Εντατικής Ιατρικής.
Τον ίδιο χρόνο αναγορεύθηκε Επίκουρος Καθηγητής της Πνευμονολογίας και της Εντατικής.
Το 1986 ανέλαβε τη Διεύθυνση της Μ.Ε.Θ. του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", θέση από την οποία παραιτήθηκε στις αρχές του 2003, όταν εκλέχθηκε Νομάρχης Γρεβενών.
Το 1985 ήταν υποψήφιος Βουλευτής του ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Το 1997 αναγορεύθηκε Αναπληρωτής Καθηγητής της Πνευμονολογίας και της Εντατικής Ιατρικής.
Όλα τα χρόνια της υπηρεσίας του στο Νοσοκομείο "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" είχε ενεργή ανάμειξη στον συνδικαλισμό, τόσο στα πλαίσια του Πανεπιστημίου όσο και του (Ε.Σ.Υ.), προωθώντας θέσεις, αιτήματα και αγώνες του Ιατρικού Κινήματος.
Διετέλεσε Πρόεδρος των γιατρών του νοσοκομείου επί σειρά ετών, άλλοτε ως Πρόεδρος της Νοσοκομειακής Επιτροπής, άλλοτε της Επιστημονικής Επιτροπής, αλλά και ως Πρόεδρος του νοσοκομείου, διορισμένος από το Υπουργείο Υγείας επί Υπουργίας Α. Κακλαμάνη.
Υπήρξε μέλος του Δ.Σ του Ιατρικού Συλλόγου της Θεσσαλονίκης, αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Εταιρείας Εντατικής Ιατρικής, μέλος της Πανευρωπαϊκής Εταιρείας Εντατικής Ιατρικής και αντιπρόεδρος του Ε.Κ.Α.Β.
Έχει συγγράψει τρία ιατρικά βιβλία: "Το σύνδρομο της αναπνευστικής δυσχέρειας", "Η αιμοδυναμική αντιμετώπιση του πάσχοντα της Μ.Ε.Θ." και "Η ιστική οξυγόνωση".
Δημοσίευσε σε ελληνικά και ξένα ιατρικά περιοδικά 150 εργασίες.
Συμμετείχε σε πολλά ιατρικά συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Ασχολήθηκε συστηματικά με την παράδοση του νομού Γρεβενών.
Κατέγραψε πολλά τραγούδια και έθιμα, υποστήριξε την αναπαράσταση και προβολή εθίμων, υποστήριξε και συνέβαλε στην έκδοση δίσκων και βιβλίων παραδοσιακής μουσικής.
Ο ίδιος έχει συγγράψει δύο λαογραφικά βιβλία: Τα Πασχαλόγιορτα στα Γρεβενά και Τα Λαογραφικά του Σπηλαίου Γρεβενών.
Ήταν Νομάρχης Γρεβενών την τετραετία 2003 - 2006, έχοντας εκλεγεί στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2002 με ποσοστό 51,6% από τον πρώτο γύρο.
Απεβίωσε από καρκίνο στις 19 Μαΐου του 2013.
ΝΙΚΟΣ ΓΑΛΑΝΟΣ
Ο Νίκος Γαλανός (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Νίκου Σουπιωνά, ήταν Έλληνας ηθοποιός του κινηματογράφου, του θεάτρου και της τηλεόρασης.
Γεννήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1945 ως Νίκος Σουπιωνάς.
Έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο το 1962 ερμηνεύοντας ένα μικρό ρόλο στην ταινία "Οργή".
Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη, ενώ έκανε το θεατρικό του ντεμπούτο παίζοντας μαζί με την Τζένη Καρέζη στα τέλη της δεκαετίας του 1960.
Την ίδια περίοδο συμμετείχε και στις ταινίες "Κραυγή" (1964), "Τα δάκρυα μου είναι καυτά" (1964), "Ο Ουρανοκατέβατος" (1965), "Η λεωφόρος του μίσους" (1968), "Πανικός" (1969) και "Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα" (1969).
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 πρωταγωνίστησε μαζί με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία "Ένα αστείο κορίτσι" στο ρόλο του Αλέκου Βενιέρη γενόμενος ευρέως γνωστός, ενώ ακολούθησαν κι άλλοι πρωταγωνιστικοί ρόλοι σε ταινίες.
Στην τηλεόραση έχει εμφανιστεί σε πολλές σειρές.
Είχε παντρευτεί δύο φορές. Ο πρώτος του γάμος έγινε όταν ήταν 18 ετών και ο δεύτερος έγινε όταν ήταν 35 ετών, με την επίσης ηθοποιό Κατερίνα Μαραγκού. Χώρισε και τις δύο φορές.
Πάσχοντας από καρκίνο, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στου Παπάγου στις 19 Μαΐου 2025.