My Bonjour

Friday, 21 August 2026

" ΕΦΥΓΑΝ "ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 22 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

" ΕΦΥΓΑΝ "ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 22 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ

Ο Αλέξανδρος Κοντούλης ήταν Έλληνας αντιστράτηγος με πλούσια δράση, καθώς και διπλωμάτης.

Γεννήθηκε στην Ελευσίνα στις 10 Ιανουαρίου 1859 (παλαιό ημερολόγιο: 29 Δεκεμβρίου 1858) και καταγόταν από οικογένεια ευπόρων γαιοκτημόνων.

Σε ηλικία 20 ετών μετείχε ως εθελοντής στην επανάσταση της Ηπείρου του 1878. Τότε συνελήφθη από τους Τούρκους και καταδικάστηκε σε θάνατο. Με την παρέμβαση όμως της Αγγλίας δια της πρεσβείας της διεσώθη και επέστρεψε στην Ελλάδα όπου και αμέσως κατατάχθηκε ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό εισαχθείς στη Σχολή Υπαξιωματικών από την οποία και εξήλθε ως ανθυπολοχαγός του πεζικού το 1885.

Το 1886 συμμετείχε στις συμπλοκές που σημειώθηκαν το έτος εκείνο στην ελληνοτουρκική μεθόριο. Όταν ξέσπασε ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος (1897) υπηρέτησε ως υπολοχαγός στην υπό τον Κωνσταντίνου Σμολένσκη 3η ταξιαρχία λαμβάνοντας μέρος στις μάχες του Βελεστίνου. Για την ηρωική και σπουδαία δράση του στην καθ΄ όλη διάρκεια του πολέμου προήχθη επ΄ ανδραγαθία λοχαγός όπου ο Βασιλεύς Γεώργιος Α΄ του απένειμε τον Αργυρούν Σταυρό του Σωτήρος.

Στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο έχοντας τον βαθμό του συνταγματάρχη ανέλαβε διοικητής των ευζωνικών ταγμάτων της Ηπείρου. Κατά την μάχη της Αετοράχης καθώς και στη μάχη του Μπιζανίου τραυματίσθηκε.

Την περίοδο 1917 – 1920 φέροντας τον βαθμό του υποστράτηγου ανέλαβε Διοικητής της 4ης Μεραρχίας (Ναυπλίου) επιδεικνύοντας σπάνιες αρετές. Δύο μήνες μετά τις εκλογές του 1920, αρχές του 1921, διορίστηκε από την κυβέρνηση Γούναρη διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού στη στρατιά της Μικρασιατικής Εκστρατείας, θέση που διατήρησε μέχρι τον Ιούνιο του 1922, όπου επανερχόμενος στην Ελλάδα στο Γενικό Επιτελείο αποστρατεύτηκε στις 24 Απριλίου του 1923.

Είχε τιμηθεί με πλείστα διάσημα μεταξύ αυτών του Ταξιάρχου Ιππότου του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος, με τον Σταυρό Ανωτέρων Ταξιαρχών μετ' αστέρος του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου του Α', με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας, με τον Αργυροποίκιλτο Αστερίσκο επί της ταινίας του Αριστείου Ανδρείας και με άλλες εγχώριες τιμές καθώς και με τον Μεγαλόσταυρο των Ιπποτών του Τάγματος του Σκενδέρμπεη από τον βασιλιά της Αλβανίας.

Πολιτικά, θεωρείτο ένας από τους υπέρμαχους της ελληνοαλβανικής προσέγγισης.

Ο Αλέξανδρος Κοντούλης ήταν ένας από τους λίγους Έλληνες στρατιωτικούς που επέδειξαν πλούσια παραστρατιωτική δράση, άλλες φορές σε νόμιμες (κεκαλυμμένες) αποστολές και άλλες φορές σε τελείως παράνομες παρασυρόμενος από πατριωτισμό. Υπήρξε ένθερμος οπαδός της Μεγάλης Ιδέας και εξ αυτού υπήρξε ένα από τα βασικά μέλη της υπέρτατης αρχής της Εθνικής Εταιρείας και για μια δεκαετία πρόεδρος της «Σκοπευτικής Εταιρείας» όπου φέρεται να μεταλλάχθηκε η πρώτη μετά τη διάλυσή της.

 

Το 1904 ως λοχαγός μαζί με τους ανθυπολοχαγούς Π. Μελά, Γ. Κολοκοτρώνη και Α. Παπούλα μετέβη στη Μακεδονία για την οργάνωση του Μακεδονικού Αγώνα.

Το 1911 κατόπιν κυβερνητικής προτροπής και υπό το ψευδώνυμο Σκούρτης, συμμετείχε στον αγώνα των Αλβανών κατά του υφισταμένου στην Αλβανία τουρκικού καθεστώτος.

Το 1925 μετά την αποστρατεία του, διορίστηκε από τον δικτάτορα Θεόδωρο Πάγκαλο πρέσβης της Ελλάδας στην Αλβανία λόγω των σημαντικών γνωριμιών που είχε από παλαιότερα αναπτύξει. Αν και η δράση του στην Αλβανία βοήθησε στην προσέγγιση μεταξύ των δύο κρατών, εντούτοις χαρακτηρίστηκε ως αμφιλεγόμενη λόγω των υποχωρήσεών του στο ζήτημα της ελληνικής μειονότητας.

Ο Αλέξανδρος Κοντούλης απεβίωσε το 1933. Η αρχιερατική εξόδιος ακολουθία τελέστηκε στην Μητρόπολη παρουσία μελών της βασιλικής οικογένειας και της πολιτικής ηγεσίας και ενταφιάστηκε στο Ά Νεκροταφείο Αθηνών στην διακεκριμένη κατηγορία Π 14.
Η πόλη των Αθηνών του αφιέρωσε οδό στο ιστορικό κέντρο καθώς το ίδιο έκανε και η γενέθλια πόλη του Ελευσίνα.
Σύμφωνα με τα αρχεία της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος υπήρξε Ελευθεροτέκτονας. Το πλούσιο ιστορικό του αρχείο βρίσκεται στην Εταιρεία Φίλων του Λαού.
 

" ΕΦΥΓΑΝ "ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 22 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ

Ο Παύλος Κουντουριώτης ήταν Ναύαρχος του Βασιλικού Ναυτικού, Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και Αρχηγός του Β΄ Στόλου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Γεννήθηκε στις 9 Απριλίου 1855 στην Ύδρα και ήταν γιος του Θεοδώρου Κουντουριώτη, προξένου και Βουλευτή και της Λουκίας Νεγρεπόντη.

Το 1886 συμμετείχε ως υποπλοίαρχος σε ναυτικές επιχειρήσεις στην Πρέβεζα, καθώς και σε αυτές στην Κρήτη κατά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 με τον βαθμό του πλωτάρχη.
Ως κυβερνήτης του ατμομυοδρόμου «Αλφειός» αποβίβασε το εκστρατευτικό σώμα του Συνταγματάρχη Τιμολέοντος Βάσσου στο Κολυμπάρι Χανίων τον Φεβρουάριο του 1897 και στη Σκάλα Λεπτοκαρυάς τον Απρίλιο του 1897. Ως Κυβερνήτης του εκπαιδευτικού «Μιαούλης», ο Αντιπλοίαρχος τότε Κουντουριώτης πραγματοποίησε το πρώτο υπερπόντιο ταξίδι ελληνικού πολεμικού.
Το 1908 έγινε υπασπιστής του βασιλιά Γεωργίου Α΄ και τον επόμενο χρόνο προάχθηκε σε Πλοίαρχο.

Τον Ιούνιο του 1911 και λόγω απειθαρχίας του πληρώματος του θωρηκτού «Αβέρωφ», τη θέση του Κυβερνήτη ανέλαβε ο τότε Πλοίαρχος Παύλος
Υποναύαρχο ενώ στις 16 Απριλίου του 1912 έγινε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου 1912.
Στη συνέχεια γίνεται Αρχηγός του Στόλου του Αιγαίου και αναλαμβάνει δράση. Ως Κυβερνήτης του θωρηκτού «Αβέρωφ» καταλαμβάνει τη Λήμνο, ενώ τις επόμενες ημέρες ακολουθούν οι Θάσος, Ίμβρος, Τένεδος, Ψαρά, Άγιος Ευστράτιος και Σαμοθράκη.
Μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου είχε κατορθώσει να ελευθερώσει όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένης και της Χίου. Με το θωρηκτό «Αβέρωφ» συμμετείχε σε δύο ναυμαχίες, σε αυτή της Έλλης και σε αυτή της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913). Η ναυμαχία της Έλλης κερδήθηκε χάρη σε παράτολμο ελιγμό του Κουντουριώτη, ο οποίος θεωρήθηκε ασυλλόγιστος ηρωισμός. Οι επιτυχημένοι χειρισμοί του ανάγκασαν τον τουρκικό στόλο να αποσυρθεί στα Δαρδανέλλια.

Με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων προάχθηκε σε Αντιναύαρχο δια εξαιρετικάς εν πολέμω υπηρεσίας.
Ήταν ο πρώτος Έλληνας, μετά τον Κωνσταντίνο Κανάρη, που ελάμβανε αυτό τον βαθμό. Στη συνέχεια ανέλαβε το Υπουργείο Ναυτικών στις κυβερνήσεις Αλεξάνδρου Ζαΐμη και Στεφάνου Σκουλούδη. Διαφωνώντας με την πολιτική της ουδετερότητας της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε στην Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ως μέλος της Τριανδρίας (Δαγκλής-Βενιζέλος-Κουντουριώτης). Το 1917 ανέλαβε για ακόμη μια φορά το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Ναυτικών και την ίδια χρονιά αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του Ναυάρχου, τιμής ένεκεν.

Μετά τον θάνατο του Βασιλιά Αλέξανδρου, ανέλαβε καθήκοντα αντιβασιλέως μέχρι τον Νοέμβριο του 1920 και ξανά μετά την αναχώρηση του Γεωργίου Β΄ από τη χώρα τον Δεκέμβριο του 1923, έως την ανακήρυξη της Δημοκρατίας τον Μάρτιο του 1924. Ως πρόσωπο μεγάλου κύρους και ευρείας αποδοχής εκλέχθηκε προσωρινά πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1926, όταν και παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος για τη Δικτατορία του στρατηγού Θεόδωρου Παγκάλου. Στις 10:30 π.μ. της 31 Οκτωβρίου του 1927 έγινε η δεύτερη δολοφονική απόπειρα εναντίον του ενώ μόλις είχε επιβιβαστεί σε αυτοκίνητο μαζί με τον υπασπιστή του, ακριβώς έξω από το Δημαρχιακό Μέγαρο Αθηνών. Ο δράστης, ονόματι Ζ. Γκούσιος τον πυροβόλησε με περίστροφο από κοντινή απόσταση, η σφαίρα εξοστρακίστηκε μετά την πρόσκρουσή της με το τζάμι της πόρτας του αυτοκινήτου και ο Π. Κουντουριώτης τραυματίσθηκε ελαφρά στην κροταφική χώρα από τα θραύσματα.
Στις 4 Ιουνίου 1929 επανεκλέχθηκε στο αξίωμα του προέδρου από τη Βουλή και τη Γερουσία, αλλά παραιτήθηκε οριστικά αυτή τη φορά, τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, για λόγους υγείας.

Απεβίωσε στις 22 Αυγούστου 1935 στο Παλαιό Φάληρο. Ενταφιάστηκε στην Ύδρα, κατόπιν επιθυμίας του.
Είχε νυμφευθεί δύο φορές, στο Λονδίνο το 1889 με την Αγγελική Πετροκόκκινου (1865-1903) και στην Αθήνα το 1918 με την Ελένη Κούππα (1876-1957).
Παιδιά του ήταν ο Θεόδωρος, η Δέσποινα και τέλος η Λουκία, σύζυγος Αλέξιου Διονυσίου Στεφάνου.
 

" ΕΦΥΓΑΝ "ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 22 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

ΤΖΙΝΑ ΜΠΑΧΑΟΥΕΡ

Η Τζίνα Μπαχάουερ ήταν Ελληνίδα πιανίστα, η οποία πραγματοποίησε εκτενείς περιοδείες στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη.

Γεννημένη στις 21 Μαΐου 1913 στην Αθήνα της Ελλάδας, η Τζίνα Μπαχάουερ ήταν εβραϊκής καταγωγής.

Απέκτησε ενδιαφέρον για το πιάνο από νεαρή ηλικία, ενώ έδωσε το πρώτο της ρεσιτάλ ως παιδί, πιο συγκεκριμένα σε ηλικία οκτώ ετών, στη γενέτειρά της, την Αθήνα.

Το 1929, αποφοίτησε από το Ωδείο Αθηνών, όπου η ίδια μαθήτευσε.
Στη συνέχεια, παρακολούθησε περαιτέρω μαθήματα πιάνου, στο πλευρό των Αλφρέντ Κορτό και Σεργκέι Ραχμάνινοφ.
Οι σπουδές της στο πλευρό του Ραχμάνινοφ την οδήγησαν στο να τον ακολουθεί ανά τον κόσμο, αιτούμενη μαθήματα ακόμη και κατά τη διάρκεια περιοδειών του ιδίου.
Το 1932, έλαβε χώρα η πρώτη της από κοινού με ορχήστρα ζωντανή εμφάνιση. Στη συνέχεια, πραγματοποίησε ακόμη τρεις ζωντανές εμφανίσεις, προτού η σταδιοδρομία της απογειωθεί πραγματικά. Ωστόσο, τα ξεκινήματα της σταδιοδρομίας της διακόπηκαν πρόωρα λόγω οικονομικών προβλημάτων του πατέρα της, τα οποία την υποχρεώσαν σε επιστροφή στην Ελλάδα, όπου και εργάστηκε για λογαριασμό της οικογένειάς της. Η αμέσως επόμενη προσπέθεια ξεκινήματος σταδιοδρομίας εκ μέρους της ανεκόπη από το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ωστόσο η ίδια συνέχιζε να παίζει πιάνο, να εξασκείται, καθώς και να αναζητά κάθε δυνατή ευκαιρία. Έως το τέλος της σταδιοδρομίας της, έδωσε, συνολικά, εκατοντάδες συναυλίες ανά τον κόσμο.Παρά το γεγονός πως η Μπαχάουερ έπαιζε ένα ευρύ φάσμα μουσικής, ωστόσο, ήταν περισσότερο γνωστή για τις ερμηνείες της σε ρομαντικά κοντσέρτα για πιάνο.

Παντρεύτηκε τον διευθυντή ορχήστρας Άλεκ Σέρμαν, αφότου εμφανίστηκε ζωντανά με τη Νέα Ορχήστρα Λονδίνου, υπό την καθοδήγησή του. Έπειτα από τον μεταξύ τους γάμο, ο Σέρμαν εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του ως διευθυντής ορχήστρας, προκειμένου να γίνει ατζέντης της Μπαχάουερ.

Απεβίωσε στις 22 Αυγούστου 1976, στην Αθήνα έπειτα από καρδιακή προσβολή, κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ Αθηνών, ανήμερα της ημέρας κατά την οποία ήταν προγραμματισμένη από κοινού ζωντανή εμφάνισή της με την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Ουάσινγκτον.
 

" ΕΦΥΓΑΝ "ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 22 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΡΙΑΡΑΣ

Ο Εμμανουήλ Κριαράς  ήταν Έλληνας φιλόλογος, καθηγητής και αργότερα ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 1906 στον Πειραιά, από οικογένεια κρητικής καταγωγής (Σφακιά), ενώ τα πρώτα παιδικά του χρόνια έζησε στη Μήλο.

Το 1914 με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στα Χανιά της Κρήτης, αρχικά στη συνοικία του Τοπανά στην Παλιά Πόλη κι αργότερα στη Νέα Χώρα.
Αποπεράτωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Β΄ Γυμνάσιο Χανίων το 1924.
Ως μαθητής ο Κριαράς συμμετείχε σε χανιώτικες νεανικές φιλολογικές κινήσεις και πρωτοβουλίες.
Διετέλεσε γραμματέας του «Εγκυκλοπαιδικού Κύκλου των Νέων», από την ίδρυσή του το 1921, και αργότερα συμμετείχε στον Κρητικό Φιλολογικό Σύλλογο, που το 1924 εξέδωσε το νεανικό περιοδικό Αυγερινός, του οποίου ανέλαβε και αρχισυντάκτης («εισηγητής επί της ύλης»).
Στον Αυγερινό, του οποίου συνεργάτες υπήρξαν μεταξύ άλλων οι μετέπειτα πανεπιστημιακοί Στέλιος Καψωμένος και Νίκος Β. Τωμαδάκης, καθώς και νομικός και κομμουνιστής πολιτικός Βαγγέλης Κτιστάκης, ο Κριαράς δημοσίευσε το 1924 σε τρεις συνέχειες κι ένα διήγημά του με τίτλο «Τέτοια ζωή! …».

Την ίδια χρονιά, το 1924, ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1929. Από το 1930 έως το 1950 εργάστηκε στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, αρχικά ως συνεργάτης και από το 1939 ως διευθυντής. Παράλληλα με την εργασία του στο Μεσαιωνικό Αρχείο συνέχισε τις σπουδές του· το 1930 μετέβη στο Μόναχο με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών για να ενημερωθεί σε θεωρητικά και τεχνικά ζητήματα της λεξικογραφίας στο περιβάλλον του Thesaurus Linguae Latinae, το 1938-1939 και το 1945-1948, ως διδάκτορας πλέον, για μετεκπαίδευση στο Παρίσι, την πρώτη φορά στη βυζαντινολογία και τη δεύτερη στη συγκριτική γραμματολογία. Πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα το 1938 από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τη διατριβή Μελετήματα περί τας πηγάς του Ερωτοκρίτου.
Το 1944 φυλακίστηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.

Το 1948 ήταν υποψήφιος για την έδρα της νέας ελληνικής φιλολογίας στην Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία όμως κατέλαβε ο Λίνος Πολίτης. Δύο χρόνια αργότερα, εκλέχτηκε στην θέση του τακτικού καθηγητή της μεσαιωνικής ελληνικής φιλολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Στη Θεσσαλονίκη δίδαξε κυρίως μεσαιωνική φιλολογία, εκτάκτως μεσαιωνική ελληνική ιστορία, νεοελληνική φιλολογία, αλλά και γενική και συγκριτική γραμματολογία, αφού χάρη στις δικές του ενέργειες ιδρύθηκε το 1965 η πρώτη - και για πολλά χρόνια μοναδική στην Ελλάδα - έκτακτη αυτοτελής έδρα της Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας.

Το διδακτικό έργο του Εμμανουήλ Κριαρά διακόπηκε βίαια τον Ιανουάριο του 1968, όταν η Χούντα των Συνταγματαρχών τον απέλυσε για τα δημοκρατικά του φρονήματα.
Η απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο τον έστρεψε με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στη σύνταξη του Λεξικού της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669) (την απόφαση για τη συγκρότησή του είχε ήδη πάρει το 1956) και συνέχισε το ερευνητικό και συγγραφικό του έργο μέχρι το τέλος της ζωής του.
Ήταν νυμφευμένος από το 1936 με την Αικατερίνη Στριφτού (1906–2000), καθηγήτρια της ψυχοτεχνικής στη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης (σημερινό Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), η οποία απεβίωσε την Πρωτομαγιά του 2000, ύστερα από μακροχρόνια και επώδυνη αρρώστια, σε ηλικία 94 ετών.
Ο Κριαράς πέθανε από ανακοπή καρδιάς, στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη, αργά το βράδυ της Παρασκευής 22 Αυγούστου 2014, σε ηλικία 107 ετών και κηδεύτηκε στο χωριό Στέρνες Ηρακλείου.

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου

Εισάγετε το όνομά σας
Εισάγετε το email σας (δεν προβάλλετα δημόσια, μόνο για εσωτερική επικοινωνία)
Εισάγετε το σχόλιό σας

Επισκέψεις

Σήμερα: 282
Χθες: 418
Αυτήν την εβδομάδα: 2180
Αυτόν τον μήνα: 9456
Συνολικά: 182892