My Bonjour

Sunday, 24 May 2026

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 25 ΜΑΪΟΥ

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 25 ΜΑΪΟΥ

ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ

Ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος ήταν Έλληνας σατιρικός ποιητής και δημοσιογράφος του 19ου αιώνα.

Γεννήθηκε στην Απολλωνία της Σίφνου το 1850.

Σπούδασε δάσκαλος, όπως ο πατέρας του, και διορίστηκε στην Άνδρο.
Εκεί έμαθε γαλλικά και μετέφρασε γαλλικά ποιήματα, όπως την Απελπισία του Λαμαρτίνου.
Στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνεργάστηκε με τα έντυπα Νεολόγος, Κουδουνάτος, Σάλπιγξ και Διογένης.

Εκεί εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή ανώνυμα.
Εξαιτίας του καυστικού του ύφους διώχθηκε από τις οθωμανικές αρχές και κατέφυγε στην Αθήνα.
Το 1878 μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη ίδρυσε το προοδευτικό πολιτικό και σατιρικό περιοδικό Ραμπαγάς, από την ομώνυμη κωμωδία του Βικτοριέν Σαρντού, που τότε είχε μεταφραστεί από τον Ιωάννη Καμπούρογλου, αλλά είχε απαγορευτεί από την κυβέρνηση Κουμουνδούρου.
Από το όνομα του περιοδικού ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο "Ραμπαγάς".

Το περιοδικό προκάλεσε αντιδράσεις και οδήγησε σε φυλάκιση των εκδοτών του. Συνέχισε την έκδοση του, όμως, και μετά την αποχώρηση του Γαβριηλίδη, το 1880. Το 1881 έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας.
Μετά από οκτάμηνη διακοπή, λόγω οικονομικών προβλημάτων, το 1887 συνέχισε την έκδοση του Ραμπαγά σε συνεργασία με τον Ρόκκο Χοϊδά.
Ο Χοϊδάς δημοσίευσε δύο άρθρα που θεωρήθηκαν υβριστικά για τον βασιλιά και γι' αυτό φυλακίστηκαν και οι δύο.
Αποφυλακίστηκε μετά από έξι μήνες και στις 25 Μαΐου 1889 ο Τριαντάφυλλος αυτοκτόνησε.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από σοβαρή ψυχική διαταραχή.

Με τον Ραμπαγά συνεργάστηκαν ποιητές, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Δροσίνης και ο Νίκος Καμπάς, και έτσι το περιοδικό αποτέλεσε πρόδρομο για τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή.
Η συμβολή του Κλεάνθη Τριαντάφυλλου στη λογοτεχνία βρίσκεται στα σατιρικά ποιήματα που δημοσίευσε στο περιοδικό του, καθώς και στις μεταφράσεις ποιημάτων του Βερανζέρου.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΡΕΜΠΑΚΟΣ

Ο Γεώργιος Ρεμπάκος  του Αντωνίου, ήταν Έλληνας πολιτικός.

Γεννήθηκε το 1910.

Το 1954 ήταν γραμματέας της Γενικής Διοικήσεως Δωδεκανήσου.
Διορίστηκε έπαρχος Νάξου και Καλύμνου (στα 1950) και έγινε ο πρώτος Έλληνας Νομάρχης Δωδεκανήσου το 1955, αν και το αν πληρούσε τα προσόντα για το διορισμό του αμφισβητήθηκε αργότερα (ήταν υπάλληλος του ΟΛΠ με απολυτήριο Γυμνασίου).
Ως νομάρχης Δωδεκανήσου έκανε ενέργειες για την τηλεφωνική σύνδεση της Καρπάθου με την Αθήνα.

Με επερώτησή τους προς τη Βουλή, αρκετοί βουλευτές της αντιπολίτευσης όπως ο Ιωάννης Τούμπας, έθεσαν το θέμα του νομάρχη, καταγγέλλοντας ότι "δεν πληρούσε τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα που προέβλεπε ο περί των νομαρχών νόμος" και ότι για το διορισμό του χρειάστηκε να γίνει δική τροπολογία και ανάμεσα στα άλλα το ότι "δεν έπαψε να αναθέτει σε ανάξια πρόσωπα δημόσια αξιώματα", όπως ανέφερε ο Γεώργιος Τρουλλινός.
Από την πλευρά της, η τότε κυβέρνηση, μέσω του υπουργού Εσωτερικών Δημητρίου Μακρή αναγνώρισε καλή πρόθεση στην αντιπολίτευση, αλλά απέρριψε τις καταγγελίες καλύπτοντας τον νομάρχη και τον αντικατέστησε 5 μήνες μετά, παρότι ο Σοφοκλής Βενιζέλος, αρχηγός των Φιλελευθέρων είχε κάνει διάβημα, ζητώντας την αντικατάσταση του Ρεμπάκου από το αξίωμα του Νομάρχη Δωδεκανήσου.

Ο Ρεμπάκος διορίστηκε Νομάρχης Ηλείας στις 18 Ιουλίου 1958.
Στη διάρκεια της θητείας του στην Ηλεία, απεβίωσε στις 25 Μαΐου 1961 σε ηλικία 51 ετών και κηδεύτηκε από τον ιερό ναό Αγίου Κωνσταντίνου στον Πειραιά.
Ήταν παντρεμένος με την Ευδοκία Ρεμπάκου και είχαν μια κόρη, την Ντάντα.
 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΧΤΙΤΣΗΣ

Ο Νίκος Καχτίτσης ήταν Έλληνας πεζογράφος της μεταπολεμικής γενιάς που μεταξύ 1956-1970 έζησε στο Μόντρεαλ.

Ο Καχτίτσης στις 26 Φεβρουαρίου 1926 γεννήθηκε στη Γαστούνη του νομού Ηλείας, δευτερότοκος και πέμπτο από τα έξι παιδιά του Θωμά και της Μελπομένης Καχτίτση (το γένος Λογοθέτη, με καταγωγή από τη Ζάκυνθο).

Από το 1931 μέχρι το 1935 φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Βάρδας (κωμόπολης και σιδηροδρομικού κόμβου κοντά στη Μανωλάδα).
Τον Σεπτέμβριο του 1935 ο πατέρας του μετατέθηκε στο Ναύπλιο, τόπο διαμονής της οικογένειας μέχρι το καλοκαίρι του 1940, οπότε και μετακόμισε πάλι στη Βάρδα. Ο Καχτίτσης εγκαταστάθηκε τον Σεπτέμβριο 1940 στην Πάτρα, ώστε να φοιτήσει στην Δ΄ τάξη του Α΄ Γυμνασίου Αρρένων Πατρών.
Το 1942 γνωρίστηκε και κατόπιν ανέπτυξε στενή φιλία με τον κατά ένα χρόνο μεγαλύτερό του Ντίνο Ηλιόπουλο, γιο του τότε Γυμνασιάρχη.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Καχτίτσης με ορισμένους συμμαθητές και φίλους εξέδωσαν, σε χειρόγραφη μορφή, ένα λογοτεχνικό περιοδικό με πατριωτικό περιεχόμενο, τη Μέλισσα.
Ο Καχτίτσης καλλιγράφησε ιδιοχείρως τα πρώτα τέσσερα αντίτυπα που κυκλοφόρησαν χέρι - χέρι μεταξύ 15 και 20 Μαρτίου 1943.
Η έκδοση αναστάλθηκε ύστερα από ανώνυμες απειλές.
Παρότι ο Καχτίτσης δεν εντάχθηκε σε άλλη οργάνωση, εντούτοις λίγο πριν την απελευθέρωση της Πάτρας από τον ΕΛΑΣ, στις 4 Οκτωβρίου 1944, συνελήφθη και κρατήθηκε από τα Τάγματα Ασφαλείας, επειδή διατηρούσε αλληλογραφία με τον Λάκη Μπαζό, στενό του φίλο και μέλος της ΕΠΟΝ.

Τον Φεβρουάριο και Μάρτιο 1945, εξέδωσε στην Πάτρα με τον Λ. Μπαζό και φίλους από τη Μέλισσα, το περιοδικό Νέος Ρυθμός, όπου δημοσίευσε με διάφορα ψευδώνυμα.
Η έκδοση αναστάλθηκε ύστερα από δύο τεύχη και ενώ το τρίτο τεύχος ήταν έτοιμο, εξαιτίας των αντιδράσεων που προκάλεσε η δημοσίευση νεκρολογίας για τον Γληνό σε συντηρητικούς κύκλους της Πάτρας, στο κλίμα της εποχής μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Μετά την απελευθέρωση εργάστηκε στη Γραμματεία της «Αγγλικής Υπηρεσίας Πληροφοριών» και κατόπιν δίδαξε στο Παράρτημα Πατρών της Βρετανικής Ακαδημίας.
Κλήθηκε να υπηρετήσει τη θητεία του στις 24 Μαρτίου 1949, ενώ ο Εμφύλιος συνεχιζόταν.
Τον Σεπτέμβριο 1949, μετά τη λήξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, μετατέθηκε στην Ήπειρο, στην περιοχή της Μουργκάνας, όπου έγραψε στα αγγλικά δεκατέσσερα ποιήματα υπό τον τίτλο Vulnerable Point.
Απολύθηκε στις 21 Ιουλίου 1952 με το βαθμό του εφέδρου ανθυπολοχαγού.

Από τον Ιανουάριο του 1953 ως τον Απρίλιο του 1955, εργάστηκε ως λογιστής στη βρετανική εταιρεία Paterson, Zochonis & Co Ltd. στην Ντουάλα του Γαλλικού Καμερούν.
Κατά την περίοδο αυτή έγραψε αμισθί ανταποκρίσεις για την αθηναϊκή εφημερίδα Ελευθερία.
Με την επάνοδό του στην Αθήνα, προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να βρει δουλειά ως συντάκτης στην ίδια εφημερίδα.

Το 1956 έλαβε πρόσκληση από τη Θάλεια Τσαπουλάρη (ημερομηνία αποδημίας 12 Μαΐου 2014, Μόντρεαλ) να μεταβεί στον Καναδά ως επίσημος μνηστήρας της.
Στις 27 Οκτωβρίου του ίδιου έτους νυμφεύτηκαν στο Μόντρεαλ, με κουμπάρο τον νεανικό του φίλο Ντ. Ηλιόπουλο.

Στο Μόντρεαλ βιοπορίστηκε με ποικίλες εργασίες: κατ' οίκον διδασκαλία αγγλικών και γαλλικών σε ομογενείς, υπάλληλος ταξιδιωτικού πρακτορείου και επίσημος δικαστικός διερμηνέας, εργασία που αποτέλεσε την κύρια πηγή εσόδων του.
Το 1962 γεννήθηκε ο γιος του Θωμάς-Κωνσταντίνος.

Με την κήρυξη του στρατιωτικού καθεστώτος την 21η Απριλίου 1967, ακολουθώντας την στάση πολλών Ελλήνων συγγραφέων, έπαψε να τυπώνει κείμενα στην ελληνική γλώσσα.
Εξαίρεση η υπό τη διακριτική επωνυμία «Λωτοφάγος» έκδοση τον Δεκέμβριο του 1967 του Ήρωα της Γάνδης, η εκτύπωση του οποίου είχε ξεκινήσει στις αρχές του έτους στον Πύργο και διακόπηκε τέλη Απριλίου.
Τον Μάιο του 1968 ως εκδότης πλέον τύπωσε τις Πρόκες του Γ. Δανιήλ υπό την ίδια διακριτική επωνυμία.

Το καλοκαίρι του 1968 εγκατέστησε στο υπόγειο του σπιτιού του ένα χειροκίνητο πιεστήριο και τύπωσε υπό τη διακριτική επωνυμία «Anthelion Press» στην αγγλική γλώσσα κείμενα δικά του, του Ε. Χ. Γονατά και άλλων καθώς και τρία αντιδικτατορικά τομίδια.
Άνθρωπος διηνεκώς κατεχόμενος από φοβίες και λόγω της ημιεπίσημης θέσης του ως δικαστικού διερμηνέως εξέδωσε τις ανωτέρω εκδόσεις ανωνύμως.
Παράλληλα δημοσίευσε με ψευδώνυμο σειρά άρθρων στο Ελληνοκαναδικό Βήμα στα οποία λαμβάνει σαφή θέση κατά της Δικτατορίας.

Την άνοιξη του 1970 διαγνώστηκε με οξεία λευχαιμία.
Στις 17 Μαΐου αφίχθη, αεροπορικώς, στην Αθήνα και την επομένη στην Πάτρα. Εξέπνευσε στις 25 Μαΐου 1970 μετά από διήμερη νοσηλεία.

Ενταφιάστηκε το απόγευμα της επομένης στον οικογενειακό τάφο στο Α΄ Νεκροταφείο Πατρών.

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 25 ΜΑΪΟΥ

 

ΤΙΜΟΛΕΟΝ ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ

Ο Τιμόθεος Λαγουδάκης ήταν Έλληνας θεολόγος και διάκονος με αντιδικτατορική δράση.

Καταγόταν από το Καβούσι Ρεθύμνης.
Διετέλεσε μοναχός στη μονή Αρκαδίου και αργότερα διάκονος σε ενορίες του Ρεθύμνου και της Αθήνας.
Ενδιάμεσα, το 1971 εξέδωσε βιβλίο αφιερωμένο στην ιστορία του Αρκαδίου. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή Αθηνών και ανέπτυξε αντιδικτατορική δράση.
Το 1972 ή το 1973 πρωτοστάτησε σε καταγγελία νοθείας κατά τις φοιτητικές εκλογές που διεξήχθησαν στη Θεολογική και αργότερα συνέδραμε τους φοιτητές που συμμετείχαν στα γεγονότα της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου.
Σύμφωνα με μεταγενέστερους ισχυρισμούς του περιβάλλοντός του, η δράση του οδήγησε σε ανακρίσεις από το καθεστώς, καθώς και σε άρνηση χειροτονίας του σε ιερέα.

Σκοτώθηκε την 25η Μαΐου του 1974, μαζί με τον ιερέα Παντελεήμονα Κατσούλη, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Ε.Ο. Αθηνών-Κορίνθου, κατά την επιστροφή τους από την Κόρινθο, όπου είχαν μεταβεί για να παρευρεθούν σε χειροτονία επισκόπου.

Ο Λαγουδάκης τιμήθηκε μετά θάνατον από τον Σύλλογο Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ν. Ρεθύμνης.
Ακόμη και σήμερα υπάρχουν διάφορες υποψίες και νύξεις σχετικά με τυχόν εμπλοκή της Δικτατορίας στον θάνατο των δύο κληρικών.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 25 ΜΑΪΟΥ
"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 25 ΜΑΪΟΥ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΛΙΑΝΕΣΗΣ

Ο Νίκος Καλλιανέσης ήταν Έλληνας αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού και ιδρυτής των εκδόσεων Κέδρος.

Γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου 1894 στην Κύμη Ευβοίας.

Ήταν απόφοιτος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων και υπηρέτησε ως αξιωματικός στο Βασιλικό Ναυτικό.
Εξαιτίας της συμμετοχής του στο στρατιωτικό κίνημα των Βενιζελικών το 1935 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια.
Αν και αμνηστεύθηκε λίγο αργότερα, συνελήφθη ξανά από την δικτατορία Μεταξά και εξορίστηκε στη Σκύρο και την Κύμη, όπου και γνώρισε τη Νανά Καλλιανέση, την οποία και παντρεύτηκε το 1938.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ανέπτυξε αντιστασιακή δράση συμμετέχοντας σε οργανώσεις αξιωματικών με σκοπό να σαμποτάρουν πλοία του Άξονα και το 1942 διέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου υπηρέτησε με τον βαθμό του πλωτάρχη ως κυβερνήτης αντιτορπιλικού.
Εκεί έλαβε μέρος στη στάση των αριστερών αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού, τον Απρίλιο του 1943 στην Αλεξάνδρεια με αποτέλεσμα την αποστρατεία του, τον εγκλεισμό του στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα και την καταδίκη σε ισόβια.

Μετά την χορήγηση αμνηστίας επέστρεψε στην Αθήνα για να συλληφθεί πάλι το 1948 λόγω των αριστερών φρονημάτων του.
Εκτοπίστηκε στην Ικαρία, τη Μακρόνησο και τον Αϊ - Στράτη μέχρι το 1952, οπότε και αφέθηκε ελεύθερος.
Το 1954 μαζί με τη σύζυγό του δημιούργησαν τις εκδόσεις Κέδρος.
Στα τέλη του 1961 λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του Κέδρου, αναγκάστηκε να μπαρκάρει ως πλοίαρχος στο εμπορικό ναυτικό.
Η αποχώρησή του τόνωσε τον εκδοτικό οίκο καθώς η αυστηρότητά του κρατούσε σε απόσταση μεγάλη μερίδα συγγραφέων.
Το 1964, ύστερα από σοβαρό ατύχημα που είχε, επέστρεψε στην Αθήνα.

Απεβίωσε στις 25 Μαΐου 1975 στην Αθήνα και δεν είχε παιδιά.

ΛΙΛΙΚΑ ΝΑΚΟΥ

Η Λιλίκα Νάκου (πραγματικό όνομα Ιουλία Νάκου) ήταν Ελληνίδα δημοσιογράφος και πεζογράφος.

Γεννήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 1904 στην Αθήνα.

Ήταν κόρη του δικηγόρου και υπουργού επί κυβερνήσεων Βενιζέλου Λουκά Νάκου και της Ελένης Παπαδοπούλου, αδελφής της λογοτέχνιδας Αρσινόης Παπαδοπούλου.
Στη Γενεύη, όπου εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της μετά τον χωρισμό των γονιών της, τέλειωσε το γυμνάσιο, πήρε μαθήματα πιάνου και σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του ομώνυμου Πανεπιστημίου.
Στο Παρίσι σπούδασε γαλλική λογοτεχνία στη Σορβόννη, και εργάστηκε σε γαλλικούς εκδοτικούς οίκους.
Στη Γαλλία ήρθε σε επαφή με σοσιαλιστικούς κύκλους και γνωρίστηκε με τους Ρομαίν Ρολάν και Μιγέλ ντε Ουναμούνο.
Στην Ελλάδα επέστρεψε στις αρχές της δεκαετίας του ’30.
Εργάστηκε από το 1934 ως δασκάλα Ωδικής για βιοποριστικούς λόγους, αρχικά στο Ρέθυμνο και στη συνέχεια στα Πατήσια.
Δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψε τη διδασκαλία και αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία.
Έγραψε στις εφημερίδες Ακρόπολις και Έθνος, καθώς και στα περιοδικά Νέα Εστία, Νεοελληνικά Γράμματα, Φιλολογική Πρωτοχρονιά, Ο κύκλος κ.ά..
Πέρασε ιδιαίτερα δύσκολα χρόνια στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής όπου έχασε τη μητέρα της από την πείνα, ενώ η ίδια σώθηκε από λιμοκτονία από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό.
Σ' αυτό το διάστημα βοήθησε τους διωκόμενους κομμουνιστές, ενώ εργάστηκε εθελοντικά στο Νοσοκομείο Παίδων της Ριζαρείου.
Μετά την απελευθέρωση ταξίδεψε ξανά στο εξωτερικό για αρκετά χρόνια.
Τη δεκαετία του '60 εμφάνισε έντονα προβλήματα υγείας, τα οποία τη συνόδευσαν μέχρι το τέλος της ζωής της.

Δώρισε την προσωπική της βιβλιοθήκη στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς.

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με δημοσιεύσεις διηγημάτων, νουβελών σε περιοδικά του Παρισιού όπως τα Monde, Clarté, Nouvelles Litteraires.
Στην Ελλάδα εξέδωσε το 1932 τη συλλογή διηγημάτων Η Ξεπάρθενη, ενώ την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με τον Νίκο Καζαντζάκη και τους λογοτέχνες της Δεξαμενής (Βάρναλης, Θεοτόκης, Καμπύσης κ.ά.).
Πηγή των έργων της ήταν τα προσωπικά της βιώματα, και είχε έντονες επιρροές από το φεμινιστικό κίνημα γραφής.
Δύο από τα ιδιαίτερα γνωστά μυθιστορήματα της Νάκου είναι: η Κυρία Ντορεμί και το Για μια καινούργια ζωή  που διασκεύασε τηλεοπτικά ο συγγραφέας Γιάννης Κανδήλας και προβλήθηκαν από την ΕΡΤ στη δεκαετία του '80.

Πέθανε στα 84 της χρόνια έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο στην οικία της στους Αμπελοκήπους, στις 25 Μαΐου 1989.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 25 ΜΑΪΟΥ
"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 25 ΜΑΪΟΥ

ΜΕΜΟΣ ΜΑΚΡΗΣ

Ο Μέμος Μακρής ήταν Έλληνας γλύπτης του 20ού αιώνα.

Γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1913 και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Πάτρα.

Το 1919, η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα.
Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα με δασκάλους τους Μιχάλη Τόμπρο, Επαμ. Θωμόπουλο και Κ. Δημητριάδη.
Αναμίχθηκε γρήγορα στην καλλιτεχνική και πολιτιστική ζωή της δεκαετίας του '30. Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ).

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Μακρής πήρε μέρος με έντονη δράση στην Εθνική Αντίσταση.
Μετά την απελευθέρωση συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι.
Απελάθηκε από τη Γαλλία το 1950, λόγω των αριστερών πολιτικών πεποιθήσεών του και βρήκε πολιτικό άσυλο στην Ουγγαρία.
Στην Ουγγαρία δραστηριοποιήθηκε ενεργά στην καλλιτεχνική, πολιτική και πολιτιστική κίνηση της χώρας, όπου καθιερώθηκε ως ένας από τους γλύπτες που εξέφραζαν την επίσημη αισθητική του κράτους με συνθέσεις μέσα στο πνεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

Το 1964 του αφαιρέθηκε η ελληνική υπηκοότητα, την οποία επανέκτησε το 1975 μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα.
Το 1978 στην Εθνική Πινακοθήκη, πραγματοποιήθηκε η πρώτη αναδρομική έκθεσή του στην Ελλάδα .

Μερικά από τα σημαντικότερα έργα του περιλαμβάνουν το μνημειώδες γλυπτό που αφιερώνεται στα θύματα του ναζιστικού στρατόπεδου συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν στην Αυστρία, το μνημείο στους Ούγγρους εθελοντές του Ισπανικού Εμφύλιου στη Βουδαπέστη, το μνημείο της απελευθέρωσης στο Πετς.
Πολλά άλλα έργα του κοσμούν πλατείες και κτήρια σε όλη την Ουγγαρία.

Στην Κύπρο ξεχωρίζει για το εμβληματικό άγαλμα του Αρχιεπισκόπου Μακάριου φιλοτεχνημένο το 1987 στο προεδρικό μέγαρο στη Λευκωσία.
Στην Ελλάδα είναι περισσότερο γνωστός για το γλυπτό του με τη μορφή του κεφαλιού του καθηγητή Νίκου Σβορώνου που βρίσκεται στο προαύλιο του Πολυτεχνείου, προς τιμήν των θυμάτων αγώνων απανταχού φοιτητών.

Το 2001, επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου, τοποθετήθηκε ανδριάντας του Αρχιεπισκόπου και Εθνάρχη Κύπρου Μακαρίου στην Αθήνα, στην συνοικία των Αμπελοκήπων.
Το γλυπτό, φιλοτεχνημένο σε ορείχαλκο και ύψους 3.13μ., είναι δωρεά της Ιεράς Μονής Κύκκου προς το δήμο Αθηναίων και αποτελεί αντίγραφο του ανδριάντα που βρίσκεται στο Προεδρικό Μέγαρο της Κύπρου.

Επίσης, μπροστά στο Δημαρχείο Αμαρουσίου Αττικής, έχει στηθεί ολόσωμο άγαλμα από ορείχαλκο του ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη (1910 - 1989), έργο του Μέμου Μακρή, όπου ο Τσαρούχης απεικονίζεται με φουλάρι στο λαιμό και παλέτα στο χέρι του.

Στην Ιεράπετρα της Κρήτης στον πεζόδρομο της πόλης, βρίσκεται το γλυπτό του που απεικονίζει την κόρη του με τίτλο "Η κόρη μου η Κλειώ" (1972).
Επίσης στην πλατεία των Γιάννη και Μέμου Μακρή στο νέο σχέδιο πόλης τοποθετήθηκε το άγαλμα <<οι τρεις Κόρες >>πάνω σε ψηφιδωτό της Ζιζής Λουίζας Μακρή σε αρχιτεκτονική μελέτη της Γεωργίας Μετινίδου. Τα δυο αγάλματα είναι προσφορά του Γιάννη Μακρή στην Ιεράπετρα.

Πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στην Αθήνα στις 2 τα ξημερώματα της 25 προς 26 Μαΐου 1993 και κηδεύτηκε από το Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.
 

ΓΚΟΛΦΙΝΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Ο Γκολφίνος Πετιμεζάς ήταν αντιναύαρχος ε.α. του Πολεμικού Ναυτικού.

Γεννήθηκε στους Κάτω Λουσούς Καλαβρύτων το 1922 και ήταν γιος του Αντώνιου Πετιμεζά.

Ήταν μέλος της οικογένειας Πετιμεζά και ήταν δισέγγονος του Γκολφίνου Πετιμεζά. Ακολούθησε την παράδοση της οικογένειας και κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό. Φοίτησε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Ναυτική Σχολή Πολέμου.
Τον Απρίλιο του 1941 υπηρετούσε ως αρχικελευστής δόκιμος στο Θωρηκτό Αβέρωφ, με το οποίο διέφυγε στην Αίγυπτο.
Κατά την περίοδο του εμφυλίου ήταν κυβερνήτης πλοίου.
Διετέλεσε υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του αντιναυάρχου ε.α.
Επίσης χρημάτισε πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.

Απεβίωσε στις 25 Μαΐου 2007 στην Αθήνα.

Στην ιδιοκτησία του ήταν ο οικογενειακός πύργος, ενετικής εποχής, των Πετιμεζάδων στους Κάτω Λουσούς Καλαβρύτων.
Γιος του είναι ο επίσης αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού Αντώνιος Πετιμεζάς.

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου

Εισάγετε το όνομά σας
Εισάγετε το email σας (δεν προβάλλετα δημόσια, μόνο για εσωτερική επικοινωνία)
Εισάγετε το σχόλιό σας

Επισκέψεις

Σήμερα: 170
Χθες: 181
Αυτήν την εβδομάδα: 1628
Αυτόν τον μήνα: 7320
Συνολικά: 151033