" ΕΦΗΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ
Ο Ιωάννης Β. Φωτιάδης ήταν Έλληνας κτηματίας και πολιτικός. Υπηρέτησε ως βουλευτής.
Γεννήθηκε το 1895 στην Άντισσα Λέσβου.
Ο πατέρας του, Βασίλειος, ήταν γιατρός και το όνομα της μητέρας του (σύζυγος του Βασιλείου) ήταν Φανή.
Στις εκλογές του 1946 εξελέγη βουλευτής Λέσβου με το Δημοκρατικόν Σοσιαλιστικόν Κόμμα.
Κατά την περίοδο της θητείας του έγιναν σημαντικά εγγειοβελτιωτικά έργα στο νησί. Λίγο πριν πεθάνει, συνετέλεσε στην κατασκευή του Γυμνασίου-Λυκείου στην Άντισσα.
Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1969) σε ηλικία 74 ετών και κηδεύτηκε στις 4 Αυγούστου 1969.
Ήταν παντρεμένος με την Ευτυχία και είχαν 1 παιδί.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ
Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν Έλληνας συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής του λαϊκού ρεμπέτικου τραγουδιού και ένας από τους κύριους και σημαντικότερους εκπροσώπους του.
Γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1913 στην Κίο της Μικράς Ασίας, σε ηλικία δύο ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, ενώ έξι χρόνια αργότερα έζησε τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τη γιαγιά του στη Σαμοθράκη αλλά λίγο αργότερα μετακόμισαν στην Καλλιθέα, και συγκεκριμένα στις Τζιτζιφιές.
Από μικρός εργάστηκε ως ψαράς, μαραγκός, σε συνεργείο αυτοκινήτων και σε οικοδομές και σταμάτησε να πηγαίνει σχολείο από νωρίς.
Επίσης αξιοσημείωτο είναι πως στα προπολεμικά χρόνια υπήρξε ποδοσφαιριστής, αγωνιζόμενος ως τερματοφύλακας στην ομάδα του Φαληρικού Συνδέσμου.ζ
Υπήρξε κουμπάρος και στενός συνεργάτης του Βασίλη Τσιτσάνη.
Πρωτοεμφανίσθηκε επαγγελματικά δίπλα στους Μάρκο Βαμβακάρη και Στέλιο Κερομύτη το 1937.
Πρώτο του τραγούδι ήταν η Φαληριώτισσα που κυκλοφόρησε σε δίσκο και γνώρισε τεράστια επιτυχία.
Ακολούθησαν πλήθος άλλων που έχουν στίχους του, μουσική του ή και τα δύο, μεταξύ των οποίων και είναι τα: Καπετάν Αντρέας Ζέπος, Πέντε Έλληνες στον Άδη, Άνοιξε, άνοιξε, Μοδιστρούλα, Γλέντα τη ζωή, Βαδίζω και παραμιλώ, Πριν το χάραμα, Πώς θα περάσει η βραδιά, Σβήσε το φως να κοιμηθούμε, κ.ά.
Γενικά τα τραγούδια του Γ. Παπαϊωάννου χαρακτηρίζονται από ένα κράμα καντάδας, μπάλου και μικρασιάτικων ακουσμάτων.
Θεωρείται ο πρώτος, στο λαϊκό ρεμπέτικο τραγούδι που χρησιμοποίησε στις ηχογραφήσεις του το λεγόμενο "πρίμο σεκόντο" (διφωνία).
Ήταν ο πρώτος Έλληνας λαϊκός συνθέτης που ταξίδεψε στην Αμερική, το 1953, για να τραγουδήσει στους εκεί απόδημους Έλληνες.
Μετά την επιστροφή του έμεινε μόνιμος συνεργάτης του Βασίλη Τσιτσάνη.
Στο χώρο του είχε το παρατσούκλι Ψηλός ή Πατσάς.
Ο Γιάννης Παπαϊωάννου συμμετείχε, σε πρωταγωνιστικό ρόλο, όχι ως μουσικός αλλά σαν ηθοποιός, στην ελληνική κινηματογραφική ταινία "Αμαρτίες γονέων" (1963), στην οποία ακούγεται και η μουσική του.
Συμμετείχε επίσης στην ταινία "Κλαίω και σ' αναζητώ" (1965) σε ένα μικρό ρόλο, ως Τάκης, μπουζουξής, στην οποία επίσης ακούγεται μουσική του.
Σκοτώθηκε στις 3 Αυγούστου του 1972 σε ηλικία 59 ετών σε τροχαίο δυστύχημα, στο Νέο Πέραμα οδηγώντας νωρίς το πρωί πηγαίνοντας για το εξοχικό του στη Σαλαμίνα και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο της Καλλιθέας.
Ο Στέλιος Καζαντζίδης προς τιμήν του, τραγούδησε σε στίχους του Πυθαγόρα, το
τραγούδι "Μπάρμπα Γιάννη" για να τον αποχαιρετήσει με τρόπο που του αξίζει.
ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ
Ο Ηλίας Βενέζης πραγματικό όνομα: Ηλίας Μέλλος ήταν Έλληνας Μικρασιάτης λογοτέχνης, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Γεννήθηκε στις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας στις 4 Μαρτίου 1904 σύμφωνα με το αυτοβιογραφικό του σημείωμα.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε στο Αϊβαλί, μέχρι το 1914 όπου εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του και τα αδέρφια του στη Μυτιλήνη για να αποφύγουν τους διωγμούς.
Την ίδια περίοδο, ο πατέρας του και μία αδελφή του που παρέμειναν στο Αϊβαλί έγιναν όμηροι των Τούρκων.
Ο Βενέζης παρακολούθησε το Γυμνάσιο της Μυτιλήνης (Γυμνασιάρχης ήταν ο φιλόσοφος Ιωάννης Ολύμπιος), αλλά αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Κυδωνιών στο Αϊβαλί αφού το 1919 η οικογένειά του επέστρεψε στη Μικρά Ασία.
Το 1922 η οικογένειά του εγκατέλειψε οριστικά πλέον τη Μικρά Ασία, ο ίδιος όμως δεν πρόλαβε να επιβιβαστεί στο πλοίο.
Αιχμαλωτίστηκε και εστάλη, μαζί με άλλους 3.000 Αϊβαλιώτες, στα Τάγματα Εργασίας για 14 μήνες σε ηλικία 18 ετών.
Οι εμπειρίες του από τα εργατικά τάγματα περιέχονται στο πρώτο μυθιστόρημά του, Το Νούμερο 31328.
Ο Βενέζης ήταν ένας από τους μόλις 23 συμπατριώτες του που τελικά επιβίωσαν.
Το 1923 απελευθερώθηκε και επέστρεψε στη Μυτιλήνη.
Εκεί υπήρχε αξιόλογη λογοτεχνική κίνηση με πρωτεργάτη τον Στρατή Μυριβήλη. Αυτός μάλιστα τον παρακίνησε να καταγράψει την αιχμαλωσία του και έλεγε χαρακτηριστικά ότι «του έμαθε πώς να κρατάει το μολύβι στο χέρι».
Το Νούμερο 31328 δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες το 1924 στην εφημερίδα Καμπάνα της Μυτιλήνης, διευθυντής της οποίας ήταν ο Μυριβήλης.
Το 1939 ο Βενέζης μοιράστηκε μαζί με τον Μυριβήλη το πρώτο στην ιστορία Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας.
Το 1956 ήταν και οι δυο υποψήφιοι για την έδρα Λογοτεχνίας στην Ακαδημία Αθηνών, όπου και εκλέχτηκε ο Βενέζης.
Στη Μυτιλήνη εργαζόταν στην Τράπεζα της Ελλάδος και το 1932 πήρε μετάθεση και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα (υπήρξε υπάλληλος στην τράπεζα το διάστημα 1930-1957).
Δύο χρόνια πριν από την αποχώρησή του το 1955, κατόπιν παροτρύνσεως του τότε διοικητή Ξενοφώντα Ζολώτα, συνέγραψε το Χρονικό της Τραπέζης της Ελλάδος, μια εξιστόρηση της πρώτης 25ετίας της Τράπεζας.
Διώχθηκε για τις πολιτικές του ιδέες από τον νόμο του «Ιδιωνύμου», από τη δικτατορία του Μεταξά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής συνελήφθη με την κατηγορία ότι είχε μιλήσει για ελευθερία, σε συγκέντρωση του προσωπικού της τράπεζας μέσα στο κεντρικό κτίριο, με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Φυλακίστηκε στο Μπλοκ C των φυλακών Αβέρωφ και η εκτέλεσή του απετράπη έπειτα από αντιδράσεις του πνευματικού κόσμου.
Ύστερα απ'αυτή την εμπειρία φυλάκισης έγραψε το θεατρικό έργο Μπλοκ C.
Με το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ανταποκριτής της εφημερίδας Το Βήμα, με την οικονομική υποστήριξη της Αμερικανικής Κυβέρνησης.
Από την επίσκεψή του στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, προέκυψε το αφήγημά του Αμερικανική Γη (1955).
Το διατλαντικό ταξίδι με το τάνκερ λίμπερτυ Κάπταιν Παπάζογλου ενέπνευσε το μυθιστόρημα Ωκεανός (1956).
Διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πνευματική ζωή της χώρας με επίσημες θέσεις, όπως του διευθύνοντος συμβούλου του Εθνικού Θεάτρου, αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Το 1957 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Παράλληλα το έργο του γνώριζε πολύ μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα με συνεχείς επανεκδόσεις και στο εξωτερικό με πολλές μεταφράσεις.
Ήταν εξαιρετικά δημοφιλής λογοτέχνης στην εποχή του, με εκπομπή στο ραδιόφωνο και ιδρυτικό μέλος της Ομάδας των Δώδεκα, που με το ομώνυμο βραβείο της ανέδειξε το μεταπολεμικό μυθιστόρημα.
Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του (1971-1973) υπέφερε από σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Κατά το διάστημα αυτό είχε αποτραβηχθεί από κάθε κοινωνική ζωή και όταν δεν βρισκόταν στο νοσοκομείο, εργαζόταν επάνω στα τελευταία του βιβλία.
Πέθανε στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 1973.
Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησε το Μικρασία, Χαίρε, που βρέθηκε έτοιμο σε ντοσιέ ανάμεσα στα χαρτιά του με τη σημείωση: «Για το τυπογραφείο».
Το 1979 το «Βιβλιοπωλείον της Εστίας» δημοσίευσε Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, που είχε γραφεί για την εφημερίδα «Ακρόπολη» το 1958.
Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1973 στην Αθήνα, από καρκίνο του λάρυγγα.
Κηδεύτηκε και τάφηκε στη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου απέναντι από τη μικρασιατική του πατρίδα.
Σύμφωνα με τη θέλησή του, ο τάφος του είναι ανώνυμος με μόνη επιγραφή τη λέξη
Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά, σουηδικά, γερμανικά, τούρκικα και ρώσσικα)
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ
Ο ποιητής και πεζογράφος Ανδρέας Εμπειρίκος είναι ο εισηγητής και κύριος εκπρόσωπος της υπερρεαλιστικής (σουρεαλιστικής) ποίησης στην Ελλάδα και από τους πρωτοπόρους της ψυχανάλυσης στη χώρα μας.
Λογοτέχνης κατά βάση ερωτικός, διακρίνεται για το παιγνιώδες ύφος, την ειρωνική διάθεση και τον περίτεχνο λόγο του.
Μεγαλοαστικής καταγωγής, ο Ανδρέας Εμπειρίκος γεννήθηκε στη Βράιλα της Ρουμανίας στις 2 Σεπτεμβρίου 1901 και ήταν γιος του εφοπλιστή και πολιτικού Λεωνίδα Εμπειρίκου (1869-1948) από την Άνδρο και της ρωσικής καταγωγής συζύγου του Στεφανίας Κυδωνιέως.
Το 1902 η οικογένειά του μετακόμισε στην Ερμούπολη της Σύρου και το 1908 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο πατέρας του ίδρυσε την Εθνική Ατμοπλοΐα Ελλάδος.
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Αθήνα (Σχολή Μακρή) και υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία του στο Πολεμικό Ναυτικό (1917-1919).
Το 1919 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, αλλά τον επόμενο χρόνο διέκοψε τις σπουδές του κι έφυγε για τη Λωζάνη, όπου επρόκειτο να εγκατασταθεί η μητέρα του μετά τον χωρισμό της από τον πατέρα του.
Στο εκεί πανεπιστήμιο παρακολούθησε οικονομικά μαθήματα και άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα.
Το 1921 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου πραγματοποίησε σπουδές φιλοσοφίας και φιλολογίας στο King’s College, παράλληλα με την εργασία του στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις του πατέρα του.
Το 1926, ύστερα από σύγκρουση με τον πατέρα του, εγκατέλειψε το Λονδίνο για το Παρίσι.
Εκεί μυήθηκε στην ψυχανάλυση κοντά στον Ρενέ Λαφόργκ, ήρθε σε επαφή με τις θεωρίες του Χέγκελ, του Μαρξ και του Ένγκελς.
Γύρω στο 1929 γνώρισε τον κύκλο των υπερρεαλιστών και μυήθηκε στην τεχνική της αυτόματης γραφής, που χαρακτηρίζει τη σουρεαλιστική ποίηση.
Το 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα κι εργάστηκε ως διευθυντικό στέλεχος στα Ναυπηγεία Βασιλειάδη που ανήκαν στην οικογένειά του.
Το 1935 παραιτήθηκε για ιδεολογικούς λόγους και αποφάσισε ν’ αφοσιωθεί οριστικά στη λογοτεχνία και την ψυχανάλυση.
Στην Αθήνα σχετίστηκε στενά με τους επίσης προσανατολισμένους προς τον υπερρεαλισμό ποιητές Οδυσσέα Ελύτη, Νικόλαο Καλαμάρη (γνωστό με τα ψευδώνυμα Νικόλας Κάλας και Νικήτας Ράντος) και Νίκο Εγγονόπουλο.
Στις 25 Ιανουαρίου 1935 πραγματοποίησε την πρώτη διάλεξη για τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα στην αίθουσα «Ατελιέ» της Λέσχης Καλλιτεχνών με τον τίτλο «Υπερρεαλισμός, μια νέα ποιητική Σχολή», ενώ οργάνωσε επίσης έκθεση με έργα υπερρεαλιστών ζωγράφων στο σπίτι του.
Δύο μήνες αργότερα κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Υψικάμινος», έργο ορόσημο για τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα.
Από το 1935 έως το 1951 ασχολήθηκε επαγγελματικά με την ψυχανάλυση και υπήρξε ιδρυτικό μέλος της πρώτης ελληνικής ψυχαναλυτικής ομάδας, η οποία έγινε δεκτή από τη Γαλλική Ψυχαναλυτική Εταιρεία.
Το 1940 παντρεύτηκε την ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου (1914-1987), από την οποία πήρε διαζύγιο το 1946.
Το 1941, δύο μήνες πριν από το τέλος του ελληνοϊταλικού πολέμου και τη γερμανική κατοχή, επιστρατεύτηκε.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής διοργάνωνε στο σπίτι του τακτικές συναντήσεις με φίλους του. Εκεί πρωτοδιαβάστηκαν τα ποιήματα «Αμοργός» του Νίκου Γκάτσου, «Μπολιβάρ» του Νίκου Εγγονόπουλου, «Ursa Minor» του Τάκη Παπατσώνη και πολλά άλλα.
Στις 30 Δεκεμβρίου 1944, στη διάρκεια των «Δεκεμβριανών», συνελήφθη από τη διαβόητη ΟΠΛΑ, την πολιτοφυλακή του ΚΚΕ, πέρασε από Λαϊκό Δικαστήριο στο Περιστέρι και οδηγήθηκε ως όμηρος στην Κρώρα (σήμερα Στεφάνη) Βοιωτίας, απ’ όπου κατάφερε τελικά να δραπετεύσει και να επιστρέψει στην Αθήνα «ξιπόλητος με πληγές και κρυοπαγήματα στα πόδια».
Το 1945 εξέδωσε τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο «Ενδοχώρα», πολλά ποιήματα της οποίας είχαν δημοσιευτεί προηγουμένως σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το 1947 παντρεύτηκε τη Βιβίκα Ζήση, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Λεωνίδα Εμπειρίκο (1957).
Μανιώδης φωτογράφος, εξέθεσε για πρώτη φορά έργα του το 1955 στην Αθήνα.
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος συγκαταλέγεται στους ελάχιστους λογοτέχνες που αντιμετώπισαν τη φωτογραφία όχι μόνο ως τεκμήριο μνήμης, αλλά και ως δημιουργική ανάπλαση και προέκταση της πραγματικότητας.
Η Άνδρος έχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε πολλά ποιήματά του, στην οποία επιστρέφει κάθε φορά που θέλει να αναγεννηθεί και να αποστάξει τις εμπειρίες του.
Πέρασε τον περισσότερο καιρό στο νησί κατά τη περίοδο 1951-1957, όπου ολοκλήρωσε το πολυσέλιδο έργο του «Ο Μεγάλος Ανατολικός», το ερωτικό μυθιστόρημα-ποταμό, το πιο τολμηρό νεοελληνικό έργο, που ξεκίνησε να γράφει το 1946 κι εκδόθηκε τελικά το 1990 από την ΑΓΡΑ σε οκτώ τομίδια.
Το 1962 ταξίδεψε στη Ρωσία μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Γιώργο Θεοτοκά και τον γιατρό Σπηλιόπουλο, ύστερα από πρόσκληση του συνδέσμου Ε.Σ.Σ.Δ. - Ελλάς. Από την επίσκεψή του αυτή προέκυψε το ποίημά του «Ες Ες Εσ Ερ Ρωσσία».
Το 1964 η δισκογραφική εταιρεία «Διόνυσος» κυκλοφόρησε στη σειρά «Ελληνικά ποιήματα», τον δίσκο «Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο», γεγονός που αποτελεί, όπως και στις ανάλογες περιπτώσεις δίσκων άλλων ποιητών, μία νέα προσέγγιση της ποίησής του, μέσα από την εκδοχή μιας «αυθεντικής» ερμηνευτικής ανάγνωσης. Ακούγονται ποιήματα από τις συλλογές «Υψικάμινος», «Ενδοχώρα» και «Οκτάνα».
Στις 15 Φεβρουαρίου 1965 διαβάζει ποιήματά του στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, ενώπιον ενός πολυπληθούς νεανικού κοινού, που τον αποθεώνει.
Η ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου αρχίζει να αναγνωρίζεται ευρύτερα.
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος πέθανε στις 3 Αυγούστου 1975 στην Κηφισιά από καρκίνο του πνεύμονα.
Ένα μεγάλο μέρος του έργου του (ποιητικό και πεζό) παρέμεινε ανέκδοτο ως το θάνατό του και άρχισε να εκδίδεται μεταθανάτια με τη φροντίδα του γιου του Λεωνίδα και των εκδόσεων ΑΓΡΑ.
ΜΑΚΑΡΙΟΣ
Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ κατά κόσμον Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκος, ήταν Ελληνοκύπριος ιεράρχης και πολιτικός.
Γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1913 στο ορεινό χωριό της Πάφου, Πάνω Παναγιά.
Ο πατέρας του βιοποριζόταν από έναν μικρό αμπελώνα και ένα κοπάδι αιγοπροβάτων που κατείχε.
Ενώ βοηθούσε τον πατέρα του στις δουλειές, φοιτούσε στο μονοθέσιο σχολείο του χωριού, στο οποίο ήταν εξαιρετικός μαθητής (πήρε βαθμό 9,5 με άριστα το 10).
Ο δάσκαλος έκανε εισήγηση να συνεχίσει τις σπουδές του και, επειδή η οικογένειά του ήταν φτωχή για να τον υποστηρίξει σε κάτι τέτοιο, έκανε αίτηση να ενταχθεί ως δόκιμος στη Μονή Κύκκου.
Μετά από εκτενείς εξετάσεις, ο νεαρός Μούσκος έγινε δεκτός το 1926.
Κατά τη διαμονή του στη Μονή Κύκκου ολοκλήρωσε το τριτάξιο Προγυμνάσιο (ελληνική σχολή) με τόσο καλούς βαθμούς, που το 1933 η μονή τον έστειλε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο της Λευκωσίας, και εκεί είχε εντυπωσιακή επιτυχία ως μαθητής, ώστε το 1936, όταν επέστρεψε στη μονή, ανέλαβε διευθυντής της ελληνικής σχολής.
Το 1938 έλαβε υποτροφία για να σπουδάσει Θεολογία στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, από το 2ο έτος άρχισε να σπουδάζει παράλληλα και στη Νομική Σχολή, από όπου αποφοίτησε το 1943.
Μετά την κατάληψη της Αθήνας από τις δυνάμεις του Άξονα, το 1941, δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Κύπρο, οπότε παρέμεινε στην Αθήνα και μάλιστα εντάχθηκε στην Οργάνωση Χ.
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα, τον Οκτώβριο του 1944, ο Μακάριος παρέμεινε στην Αθήνα και, στις αρχές του 1946, χειροτονήθηκε ιερωμένος και τοποτηρητής με τίτλο Αρχιμανδρίτη στον ναό της Αγίας Παρασκευής Πειραιά.
Τον Σεπτέμβριο του 1946 του προσφέρθηκε υποτροφία από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και ξεκίνησε σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, στη Μασσαχουσέτη των ΗΠΑ.
Εκεί, πέραν της θεολογίας, παρακολούθησε μαθήματα Θρησκευτικής Κοινωνιολογίας.
Το 1948, κατά τη διάρκεια των σπουδών του, εξελέγη εν τη απουσία του Επίσκοπος Κιτίου και επέστρεψε στην Κύπρο.
Λίγο αργότερα, μετά την ενθρόνιση του ως Επίσκοπος Κιτίου, ανέλαβε διευθυντής του τετραμελούς Γραφείου της Εθναρχίας, με σκοπό το συντονισμό του αγώνα για την «Ενωση», αποστολή της οποίας στάθηκε σκληρός υποστηρικτής.
Σε κήρυγμά του, στις 4 Δεκεμβρίου 1949, κατά την περίοδο του Ενωτικού Δημοψηφίσματος, έλεγε: «Δεν πιστεύουμε, όπως κάνουν μερικοί προδότες και αγγλόφιλοι, πως η Ένωση θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της αγγλοελληνικής φιλίας. Η Ένωση δε χαρίζεται, κερδίζεται με συνεχή αγώνα».
Μετά τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β', τo 1950, ο 37χρονος τότε Μακάριος εξελέγη νέος αρχιεπίσκοπος Κύπρου.
Στον λόγο του, υποσχέθηκε στον λαό ότι θα εργαστεί άοκνα για την Ένωση Κύπρου-Ελλάδας.
Ο νεαρός Αρχιεπίσκοπος στράφηκε στην ελληνική κοινή γνώμη για να στηρίξει τον αγώνα της Ενώσεως από το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα.
Ο Παπάγος δεν είχε διάθεση να συγκρουστεί με την Αγγλία, μιας και η Ελλάδα ήταν ακόμη εξασθενημένη από τον Εμφύλιο.
Ωστόσο αναγκάστηκε να δραστηριοποιηθεί υπό την πίεση της κοινής γνώμης. Ωστόσο η Ελλάδα απευθύνθηκε συνολικά 5 φορές στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ζητώντας την αυτοδιάθεση της Κύπρου και πάντα προσέκρουε στην αντίθεση της Μεγάλης Βρετανίας και της Τουρκίας.
Ακολούθησε ο θυελλώδης αγώνας της ΕΟΚΑ το 1955-1959, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Μακάριος εξορίστηκε στις Σεϋχέλλες.
Κατά την διάρκεια του αγώνα, ο Μακάριος απέρριψε τόσο το σχέδιο Χάρντινγκ, όσο και το σχέδιο Ράντκλιφ καθώς δεν υπήρχε σαφής οδικός χάρτης για αυτοδιάθεση. Τελικά αναγκάστηκε, μετά από αρκετές αμφιταλαντεύσεις, και προ της απειλής του Σχεδίου Μακμίλλαν, που προέβλεπε διχοτόμηση της Κύπρου, να προσυπογράψει τη λύση της εγγυημένης ανεξαρτησίας με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και επέστρεψε θριαμβευτικά στη Κύπρο.
Μετά την υπογραφή των συμφωνιών, έγιναν οι πρώτες εκλογές στην Κύπρο. Υποψήφιοι ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, τον οποίο υποστήριζε το νεοϊδρυθέν Ενιαίο Δημοκρατικό Μέτωπο Αναδημιουργίας (ΕΔΜΑ) στο οποίο εντάχθηκαν αρκετοί αγωνιστές της ΕΟΚΑ και ο Ιωάννης Κληρίδης (πατέρας του μετέπειτα προέδρου Γλαύκου Κληρίδη), ο οποίος ήταν επικεφαλής της Δημοκρατικής Ένωσης Κύπρου και υποστήριζε και το ΑΚΕΛ.
Ο Μακάριος κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 66,29%[6].
Γενικά από την ανάληψη των καθηκόντων του στη Προεδρία της Κύπρου ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄, λόγω ακριβώς της προϊστορίας του αλλά και του ρόλου του, ειδικά στον κυπριακό αγώνα, αποτελούσε για τον ίδιο τον κυπριακό λαό (Έλληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους) αναγνωρισμένη προσωπικότητα του τότε Ελληνισμού.
Το κύρος και η ηθική του επιβολή του είχαν προσδώσει διεθνή ακτινοβολία ακόμα και στον αλλόθρησκο αραβικό κόσμο.
Συμμετέχοντας δε στο Κίνημα των Αδεσμεύτων, η διεθνής του αναγνώριση ήταν ακόμη περισσότερο δεδομένη ενώ ο σεβασμός στο σχήμα του αρχιεπισκόπου δεν αμφισβητούνταν.
Οι συμφωνίες της Ζυρίχης κατέρρευσαν τον Δεκέμβριο του 1963, μετά την απόφαση του Μακαρίου για τροποποίηση 13 σημείων του Συντάγματος.
Το επιχείρημα του Μακαρίου ήταν πως το σύνταγμα ήταν ανεφάρμοστο.
Ωστόσο, τα 13 αυτά σημεία καταργούσαν την δικοινοτικότητα του κράτους.
Ο Μακάριος υποστήριζε από την αρχή της ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι οι συμφωνίες ήταν αποτέλεσμα εκβιασμού και τις αντιμετώπιζε ως λύση ανάγκης. Για παράδειγμα, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1962 ο Μακάριος έφτασε στην Αθήνα και έγινε δεκτός στο αεροδρόμιο Ελληνικού από τον βασιλιά Παύλο.
Την 1η Οκτωβρίου έδωσε συνέντευξη Τύπου, όπου μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι «η δοθείσα δια των συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου λύσις εις το Κυπριακόν δεν ήτο εκείνη δια την οποίαν διεξήχθη ο αγών.
Ήτο, όμως, η μόνη εφικτή... Η εν Ελλάδι διατύπωσις αντιρρήσεων δια την δοθείσαν λύσιν σημαίνει εν τινι μέτρω, προσπάθειαν αντλήσεως κομματικών ωφελημάτων».
Με την κατάρρευση των συμφωνιών, οι Τουρκοκύπριοι αποχώρησαν από τις δομές του Κράτους και εγκλείστηκαν σε θύλακες, και ο Μακάριος επανέφερε την Ένωση ως επίσημη πολιτική.
Ωστόσο το 1968, μετά από 2 στρατιωτικές κρίσεις (1964, 1967) επανέφερε την πολιτική του ευκταίου, αν και εξακολουθούσε να απορρίπτει την φιλοσοφία των συμφωνιών Ζυρίχης για δικοινοτικό κράτος.
Η θέση του Μακαρίου ήταν περίεργη: από τη μια ήταν νομικά και διπλωματικά υποχρεωμένος να εργαστεί στο πλαίσιο της συμφωνίας σύστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας, από την άλλη όμως οι Ελληνοκύπριοι τον έβλεπαν ως εθνάρχη τους και προορισμένο να τους οδηγήσει στην Ένωση.
Ο βασικός λόγος που εκλεγόταν διαρκώς μέχρι και το 1974 ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν επειδή είχε δώσει ελπίδες στους Ελληνοκύπριους ότι η κατάσταση της ανεξαρτησίας ήταν παροδική και σταδιακά θα οδηγούνταν στην Ένωση.
Αυτό έπαιξε πάρα πολύ σημαντικό ρόλο στην επί σειρά εκλογικών αναμετρήσεων επανεκλογή του, δεδομένου ότι εκείνη την περίοδο η συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων ήθελαν διακαώς την Ένωση.
Πάντως, για τις προθέσεις του ίδιου του Μακαρίου και κατά πόσο εργαζόταν ή όχι προς την κατεύθυνση της Ένωσης, μετά την ανεξαρτητοποίηση της Κύπρου, δεν μπορεί να υπάρξει βεβαιότητα.
Από την άλλη μεριά, οι Τουρκοκύπριοι, ενώ ήταν ικανοποιημένοι με τη διακήρυξη ανεξαρτησίας, δεν πείθονταν για την καλή πίστη του Μακαρίου και των Ελληνοκύπριων υπουργών του.
Μία από τις πιθανές αιτίες αυτού του σκεπτικισμού ήταν ότι ο Μακάριος δεν εμπιστεύτηκε ποτέ στον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρό του, Κιουτσούκ.
Τον Αύγουστο του 1964, επαναλήφθηκαν οι εχθροπραξίες μεταξύ στρατιωτικών δυνάμεων των δύο κοινοτήτων και δύο τουρκικά αεριωθούμενα βομβάρδισαν ελληνοκυπριακές θέσεις, προκαλώντας και απώλειες αμάχων.
Αντίστοιχα, και οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας εκτραχύνθηκαν, με αποκορύφωμα τους διωγμούς κατά της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης το 1964.
Κατά του Μακαρίου οργανώθηκε στις 8 Μαρτίου 1970 επιχείρηση για τη δολοφονία του, η οποία απέτυχε.
Κατά την αρχιεπισκοπία του Μακαρίου Γ', οι Μητροπολίτες Πάφου Γεννάδιος, Κυρηνείας Κυπριανός και Κιτίου Άνθιμος, προέβησαν σε εκκλησιαστικό πραξικόπημα.
Ο Κιτίου Άνθιμος προοριζόταν για αντικαταστάτης του Μακαρίου από τη χούντα του Παπαδόπουλου.
Η τριάδα των ιεραρχών από τον Μάρτιο του 1972, ζητούσε επίμονα την παραίτηση του Μακαρίου από την προεδρία της Δημοκρατίας, απειλώντας να τον κηρύξουν έκπτωτο από τον αρχιεπισκοπικό του θρόνο.
Ακολούθως με ενέργειες του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και με επικεφαλής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο συγκλήθηκε «Μείζων και Υπερτελής Σύνοδος» στις 14 Ιουλίου 1973 που αποφάσισε την απομάκρυνση των τριών μητροπολιτών από τούς θρόνους τους λόγω παρασυναγωγής εναντίον του Πρώτου.
Επίσης με πρωτοβουλία του Μακαρίου δημιουργήθηκαν δύο νέες Mητροπόλεις: η Μητρόπολη Λεμεσού, η οποία αποσπάστηκε από τη Μητρόπολη Κιτίου, και η Μητρόπολη Μόρφου, η οποία αποσπάστηκε από τη Μητρόπολη Κυρηνείας. Ακολούθως εξελέγησαν οι νέοι Μητροπολίτες Λεμεσού Χρύσανθος και Μόρφου Χρύσανθος.
Το πραξικόπημα πραγματοποιήθηκε από την Εθνική Φρουρά της Κύπρου, την ΕΛΔΥΚ και την ΕΟΚΑ Β΄, κατ' εντολή της Χούντας των Αθηνών, με σκοπό την ανατροπή του Μακαρίου και την επίτευξη της ένωσης με την Ελλάδα.
Το πραξικόπημα εκδηλώθηκε στις 8:15 της 15ης Ιουλίου 1974, ενώ ο Μακάριος υποδεχόταν μια σχολική αντιπροσωπία από την Αίγυπτο.
Δυο φάλαγγες με άρματα και μονάδες ΛΟΚ επιτέθηκαν στο Προεδρικό Μέγαρο και στο φιλομακαριακό Εφεδρικό Αστυνομικό Σώμα, που έδρευε περίπου 1 χλμ. μακρύτερα του Προεδρικού Μεγάρου.
Ο Μακάριος κατάφερε να διαφύγει και, μέσω του Τρόοδους, κατέληξε στην Πάφο, όπου εξεφώνησε διάγγελμα προς τον λαό, ανακοινώνοντάς του ότι είναι ακόμη ζωντανός.
«Ελληνικέ κυπριακέ λαέ, γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος τον οποίον συ εξέλεξες δια να είναι ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός, όπως η χούντα των Αθηνών και οι εδώ εκπρόσωποί της θα ήθελαν. Είμαι ζωντανός και είμαι μαζί σου, συναγωνιστής και σημαιοφόρος εις τον κοινόν αγώνα.
Το πραξικόπημα της χούντας απέτυχε. Εγώ ήμουν ο στόχος και εφόσον εγώ ζω η χούντα εις την Κύπρον δεν θα περάση.
Ο κυπριακός ελληνισμός δεν ανέχεται πραξικοπήματα και δικτατορίες.
Η χούντα εχρησιμοποίησε τεθωρακισμένα και τανκς, δια να κάμνη πραξικόπημα. Αλλ’ η αντίστασις της προεδρικής φρουράς, η αντίστασις του λαού μας εσταμάτησε τα τεθωρακισμένα, εσταμάτησε τα τανκς.
Μόνον κατόρθωμα της χούντας ήτο η κατάληψις του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος δια να μεταδίδη από ραδιοφώνου ψευδολογίας και να ομιλή δήθεν περί κυβερνητικής αλλαγής.
Μην υπακούης εις οιασδήποτε οδηγίας ή διαταγάς της χούντας τας οποίας μεταδίδει από του ΡΙΚ.
Ελληνικέ κυπριακέ λαέ, η χούντα απεφάσισε να καταστρέψη την Κύπρον, να τη διχοτομήση, αλλά δεν θα το κατορθώση.
Πρόβαλε παντοιοτρόπως αντίστασιν εις την χούντα. Μη φοβηθής. Διαδήλωσε την θέλησιν και την απόφασίν σου να αντισταθής, να αγωνισθής.
Ενταχθείτε όλοι εις τας νομίμους δυνάμεις του κράτους.
Η χούντα δεν πρέπει να περάση και δεν θα περάση. Νυν υπέρ πάντων αγών.
Και ο αγών τον οποίον την στιγμήν αυτήν ο κυπριακός ελληνισμός διεξάγει είναι αγών ιερός και η νίκη θα είναι ιδική μας. Ζήτω η ελευθερία! Ζήτω ο ελληνικός κυπριακός λαός! Ζήτω το έθνος!»
Ακολούθως, ο Μακάριος, μέσω Μάλτας και Λονδίνου, έφτασε στη Νέα Υόρκη, όπου, στις 19 Ιουλίου, έλαβε μέρος στην σύσκεψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Στο Λονδίνο είχε συνάντηση με τον Πρωθυπουργό Χάρολντ Ουίλσον.
Στις 19 Ιουλίου και από το βήμα του Οργανισμού, ο Μακάριος εξαπέλυσε έναν ιστορικό του λόγο, στον οποίο κατηγόρησε δριμύτατα την ελληνική χούντα για σχεδίαση του πραξικοπήματος και «εισβολή στην Κύπρο». Έκλεισε λέγοντας:
«...Καλώ τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να τεθεί ένα τέλος στην αφύσικη αυτή κατάσταση, που δημιουργήθηκε με το πραξικόπημα των Αθηνών.
Καλώ το Συμβούλιο Ασφαλείας να κάνει χρήση όλων των τρόπων και μέσων που διαθέτει, ώστε να αποκατασταθούν χωρίς καθυστέρηση η συνταγματική τάξη και τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού της Κύπρου.
Όπως ανέφερα ήδη, τα γεγονότα της Κύπρου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων.
Αφορούν και επηρεάζουν και τους Τουρκοκυπρίους.
Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας αποτελεί εισβολή και οι συνέπειές του πλήττουν ολόκληρο τον κυπριακό λαό, Έλληνες και Τούρκους. Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν εγκαταστήσει μία ειρηνευτική δύναμη στην Κύπρο.
Η παρουσία της δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική, υπό συνθήκες πραξικοπήματος.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να καλέσει το ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς να αποσύρει τους Έλληνες αξιωματικούς που υπηρετούν στην κυπριακή εθνοφρουρά και να θέσει τέλος στην εισβολή τους στην Κύπρο.
Πιστεύω, με όσα στοιχεία παρέθεσα ενώπιόν σας, να σάς έδωσα μία ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης.
Δεν έχω ουδεμία αμφιβολία πως μία αρμόζουσα απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας θα θέσει τέλος στην εισβολή και θα αποκαταστήσει την παραβιασμένη ανεξαρτησία της Κύπρου και τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού».
Στις 20 Ιουλίου, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, ενώ η πραξικοπηματική κυβέρνηση του Νίκου Σαμψών στην Κύπρο και η Χούντα των Αθηνών κατέρρευσαν, μη μπορώντας να αντιδράσουν στρατιωτικά.
Ο Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 1974, περίπου 4,5 μήνες μετά την διάσωση και φυγή του και 3,5 μήνες μετά την τραγωδία της Κύπρου.
Εκεί του επιφυλάχθηκε παλλαϊκή υποδοχή, αφού προηγουμένως είχε διέλθει από την Αθήνα, όπου παρέμεινε για λίγες ημέρες.
Στις 12 Φεβρουαρίου του 1977 συνομολογήθηκε η Συμφωνία Μακαρίου-Ντενκτάς, κατά την οποία αποδέχθηκε τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία[20].
Ο Μακάριος απεβίωσε στις 3 Αυγούστου του 1977, μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου, σε ηλικία 63 ετών.
ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ
Ο Άγγελος Τερζάκης ήταν Έλληνας λογοτέχνης της γενιάς του ’30 και δοκιμιογράφος.
Ήταν γιος του πολιτικού Δημητρίου Τερζάκη με καταγωγή από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας και της Αγγελικής Πανοπούλου από τα Δολιανά Κυνουρίας.
Γεννήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1907 στο Ναύπλιο και έζησε εκεί μέχρι το 1915, όταν και μετακόμισε στην Αθήνα, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο και σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Έλαβε την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος το 1929, αλλά εγκατέλειψε σύντομα τη δικηγορία για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία.
Έργα του που αναφέρονται στη γενέτειρά του Ναύπλιο είναι το μυθιστόρημά του «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ», οι συλλογές διηγημάτων του «Του Έρωτα και του Θανάτου» και «Απρίλης», καθώς και το θεατρικό του «Νύχτα στη Μεσόγειο».
Παρ' ότι έζησε μόλις μέχρι τα εννέα του χρόνια στο Ναύπλιο, η πόλη αυτή με το αστικό της περιβάλλον και την πλούσια ιστορία της υπήρξε σταθμός για την έμπνευση του μεγάλου Έλληνα λογοτέχνη Άγγελου Τερζάκη.
Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1925 με τη συλλογή διηγημάτων Ο ξεχασμένος και έκτοτε ασχολήθηκε συστηματικά με την πεζογραφία και το θέατρο, όπου πρωτοεμφανίστηκε το 1936 με το έργο του Αυτοκράτωρ Μιχαήλ που ανέβασε τον ίδιο χρόνο το Εθνικό Θέατρο.
Παράλληλα διηύθυνε και τα βραχύβια περιοδικά Πνοή και Λόγος.
Το 1937 έγινε γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου και αργότερα καλλιτεχνικός και γενικός διευθυντής του Δραματολογίου (1939-1942) και γενικός διευθυντής της ιστορίας και της δραματολογίας της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου (1950-1971) και γενικός διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου (1950-1975).
Ο Τερζάκης υπήρξε Ελευθεροτέκτονας, μέλος της Στοάς «Ακρόπολις» Αθηνών.
Πήρε μέρος στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο και κατέγραψε τις εμπειρίες του σε κάποια από τα διηγήματά του και κυρίως στο βιβλίο του Απρίλης.
Το 1964 συνέγραψε για λογαριασμό του Γενικού Επιτελείου Στρατού το χρονικό του πολέμου, το οποίο εκδόθηκε με τον τίτλο Ελληνική Εποποιία 1940-41.
Το 1954 παρουσιάστηκε στους κινηματογράφους η ταινία Νυχτερινή περιπέτεια, η μοναδική ταινία που σκηνοθέτησε ο Άγγελος Τερζάκης, με πρωταγωνιστές τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, την Μαρία Αλκαίου και τη σταρ Ελλάς Νταίζη Μαυράκη.[
Μετά τον πόλεμο συνέχισε την ενασχόλησή του με τα γράμματα: αρθρογραφούσε για πολλά χρόνια στην εφημερίδα Το Βήμα (φιλολογικός συνεργάτης) και από το 1948 θεατρικός κριτικός.
Επίσης υπήρξε και διευθυντής του περιοδικού Εποχές (1963-1967).
Το 1969 τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών και το 1974 έγινε ακαδημαϊκός.
Επίσης τιμήθηκε δύο φορές με το πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (1938 και 1939), με το κρατικό βραβείο θεάτρου (1957) και πρώτο κρατικό βραβείο της ομάδας των δώδεκα καλύτερων ποιητών και πεζογράφων (1963).
Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1979 στην Αθήνα.
Γιος του είναι ο Ελληνογερμανός συνθέτης Δημήτρης Τερζάκης (γενν. 1938).
Προτομή του βρίσκεται στο Ναύπλιο, στην οδό Καποδιστρίου, λίγα μόλις μέτρα από το ναό στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας.
Στον αριθμό είκοσι της οδού που σήμερα φέρει το όνομά του βρίσκεται το πατρικό σπίτι του λογοτέχνη.
ΛΗΔΑ ΚΡΝΤΗΡΑ
Η Λήδα Κροντηρά-Νασούφη ήταν Ελληνίδα παιδαγωγός, συγγραφέας και ραδιοφωνική παραγωγός.
Γεννήθηκε τον Μάιο 1933 στην Αθήνα.
Ήταν κόρη της Αντιγόνης Μεταξά και του λογοτέχνη και σκηνοθέτη Κώστα Κροντηρά.
Από μικρή ηλικία, πριν κλείσει τα 4 χρόνια της, η «Μπούλη», όπως την αποκαλούσαν τότε χαϊδευτικά, λάμβανε μέρος στις παραστάσεις του «Θεάτρου του Παιδιού», που είχε ιδρύσει η μητέρα της, καθώς και στις ραδιοφωνικές εκπομπές που διεύθυνε η μητέρα της.
Σπούδασε παιδαγωγικά και μετεκπαιδεύτηκε στη Σορβόννη (Παρίσι) και στο Λονδίνο.
Υπήρξε απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου καθώς και της Σχολής Απαγγελίας του Ελληνικού Ωδείου.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της έγινε μόνιμη συνεργάτης της Θείας Λένας στις ραδιοφωνικές εκπομπές του τότε ΕΙΡ (Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας) και της ΥΕΝΕΔ και αργότερα στις τηλεοπτικές εκπομπές της ΥΕΝΕΔ, «Συντροφιά με τη Θεία Λένα».
Μετά το θάνατο της μητέρας της ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη συγγραφή, επιμέλεια και παρουσίαση της καθημερινής τηλεοπτικής εκπομπής «Καλημέρα παιδιά» της οποίας και υπήρξε δημιουργός.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής διατηρούσε παιδική ραδιοφωνική εκπομπή στον υπό γερμανικό έλεγχο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών.
Σύμφωνα με δική της μετέπειτα μαρτυρία, μέσα από τα παραμύθια, τα παιχνίδια και τα μαθήματα που μεταδίδονταν από την εκπομπή της προσπαθούσε να ξεφύγει από τη λογοκρισία και να περάσει μηνύματα που απευθύνονταν προς τους Έλληνες στη Μέση Ανατολή.
Η Λήδα Κροντηρά έγραψε μετέφρασε και διασκεύασε πολλά παιδικά βιβλία όπως: Παιδικό Θέατρο - 365 Παραμύθια, Μπάμπυ, Το άταχτο γατάκι, Από μέρα σε μέρα κ.ά. Υπήρξε μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ελληνίδων, των «Φίλων των Αθηνών», του Ομίλου Αρχαιοφίλων «Η ΑΘήνη», της Εταιρίας Προστασίας Αναπήρων Παίδων, κ.ά. Μιλούσε επίσης γαλλικά και αγγλικά, και ήταν μόνιμη κάτοικος Αθηνών (Φιλοθέη).
Πέθανε στις 3 Αυγούστου 2005.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΚΑΡΕΖΟΣ
Ο Νικόλαος Ι. Μακαρέζος ήταν Έλληνας αξιωματικός.
Γεννήθηκε το 1919 στη Γραβιά Φωκίδος.
Σχολείο πήγε στο χωριό του, και το γυμνάσιο το έβγαλε στη Λαμία.
Το 1937 πήγε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και την τελείωσε το 1940 με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Α' βαρέος πυροβολικού.
Ολοκλήρωσε την στρατιωτική του κατάρτιση στη σχολή πυροβολικού στο Μεγάλο Πεύκο, στην αγγλική σχολή πυροβολικού στην Almaza του Καΐρου και στην αμερικάνικη σχολή πυροβολικού στο Μπάμπενχάουζεν της Γερμανίας.
Είχε σπουδάσει οικονομικές και πολιτικές επιστήμες και είχε 3 πανεπιστημιακά πτυχία από την A.Σ.O.E.E. την Πάντειο και από την Ανωτάτη Σχολή Βιομηχανικών Σπουδών.
Πήρε μέρος στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και έλαβε τον βαθμό του συνταγματάρχη.
Μαζί με τον συνταγματάρχη Παπαδόπουλο και τον ταξίαρχο Παττακό προγραμμάτισαν το πραξικόπημα, εκμεταλλευόμενοι την ρευστή κατάσταση της ελληνικής πολιτικής εκείνης της εποχής.
Με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967 συνέλαβε την τότε νόμιμη κυβέρνηση Κανελλόπουλου και σχεδόν όλους τους πολιτικούς ηγέτες, επιβάλλοντας στη Ελλάδα Δικτατορία.
Ο Μακαρέζος διετέλεσε υπουργός Συντονισμού και αντιπρόεδρος στις περισσότερες από τις επόμενες δικτατορικές κυβερνήσεις και ήταν υπεύθυνος για την οικονομία της χώρας.
Παραιτήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1973.
Μετά την κατάρρευση της Χούντας του Δημητρίου Ιωαννίδη το 1974, ο Μακαρέζος συνελήφθη και τέθηκε σε κράτηση σε παράλιο ξενοδοχείο της Τζιάς.
Μετά από ένα χρόνο περίπου, δικάστηκε για προδοσία και για την στάση και καταδικάστηκε σε θάνατο.
Η κυβέρνηση Καραμανλή αποφάσισε να μην προχωρήσει σε εκτέλεση της θανατικής ποινής, η οποία μετατράπηκε σε ισόβια με βάση το άρθρο 116 του ν.δ. 125 του 1967 που προέβλεπε αυτή τη μετατροπή εάν ο καταδικασμένος δεν εκτελεσθεί εντός τριών ετών.
Ο Μακαρέζος αποφυλακίστηκε το 1990, όταν η ποινή του μετατράπηκε για λόγους υγείας σε περιορισμό κατ' οίκον.
Μέχρι το τέλος του ο Μακαρέζος υποστήριζε ότι λυπόταν για πολλές από τις ενέργειές του αλλά ακόμα καυχιόταν για τα οικονομικά επιτεύγματά του τον καιρό της εξαετίας που κυβέρνησε.
Ήταν παντρεμένος με την Χαρίκλεια Ματθαίου και μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, την Αικατερίνη (γενν. 1945) και τον Ιωάννη (γενν. 1954).
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 2009, σε ηλικία 90 ετών και κηδεύτηκε το απόγευμα της επόμενης στο Κοιμητήριο Παπάγου.
Στεφάνι έστειλε ο Δημήτριος Ιωαννίδης.
ΝΚΟΣ ΤΣΑΧΙΡΙΔΗΣ
Ο Νίκος Τσαχιρίδης γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1933 και ήταν Έλληνας ηθοποιός.
Είχε χαρακτηριστεί ως ο «σκληρός» του ελληνικού κινηματογράφου.
Παιδί του ποντιακού ξεριζωμού και ορφανός από πατέρα, βγήκε από πολύ μικρός στην σκληρή βιοπάλη της ζωής.
Έπαιξε σε πάρα πολλές ταινίες τόσο του ασπρόμαυρου, όσο και του έγχρωμου ελληνικού κινηματογράφου.
Η πρώτη του εμφάνιση ήταν στην ταινία Μαγική Πόλις (1954) του Νίκου Κούνδουρου, όπου ο σκηνοθέτης τού έδωσε έναν μικρό ρόλο.
Οι ρόλοι του στις περισσότερες ταινίες ήταν δευτερεύοντες, συνήθως εκείνοι του "σκληρού άντρα".
Ο Νίκος Τσαχιρίδης έπαιζε πάντα πειστικά τον ρόλο του, για αυτό και επικράτησε σαν ένας από "σκληρούς" του ελληνικού κινηματογράφου.
Υπήρξε ποδοσφαιριστής και μέλος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Αμειβομένων Ποδοσφαιριστών (ΠΣΑΠ), ενώ εκτός από άριστος ηθοποιός ήταν και ένας από τους καλύτερους κασκαντέρ του κινηματογράφου.
Ζούσε στη μονοκατοικία του στα Μελίσσια.
Τα τελευταία χρόνια έπασχε από την νόσο Αλτσχάιμερ.
Πέθανε στις 3 Αυγούστου 2015.
Κηδεύτηκε στο Κοιμητήριο των Μελισσίων.