"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 7 ΦΕΦΡΟΥΑΡΙΟΥ
ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ
Ο Σοφοκλής Ε. Βενιζέλος γεννήθηκε στα Χανιά, στις 3 Νοεμβρίου 1894 και ήταν Έλληνας πολιτικός που διετέλεσε και πρωθυπουργός της χώρας για τρία μικρά διαστήματα στα μέσα του 20ού αιώνα.
Ήταν δευτερότοκος γιος του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Η μητέρα του, Μαρία Βενιζέλου, το γένος Σοφοκλή Κατελούζου ή Ελευθερίου, έπαθε λοίμωξη (επιλόχειο πυρετό) μετά τη γέννηση του Σοφοκλή και υπέκυψε λίγες ημέρες αργότερα.
Ο μεγάλος του αδελφός, Κυριάκος, και ο Σοφοκλής μεγάλωσαν κοντά στη θεία τους Μαριώ Βενιζέλου.
Το 1911, ο Σοφοκλής Βενιζέλος έγινε δεκτός στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, απ' όπου αποφοίτησε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού Πυροβολικού.
Το 1920 παραιτήθηκε από τον στρατό, για να εκλεγεί βουλευτής Χανίων στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους, όμως με την ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές αυτές ο Σοφοκλής Βενιζέλος ακολούθησε τον πατέρα του στη Νίκαια της Γαλλίας όπου παντρεύτηκε, στις 27 Δεκεμβρίου 1920 με την Κατερίνα Ζερβουδάκη (πέθανε το 1984).
Κατά την παραμονή του στη Γαλλία ασχολείται με το πνευματικό άθλημα του μπριτζ όπου έφτασε να αγωνιστεί με την εθνική ομάδα της Γαλλίας.
Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την επάνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Ελλάδα το 1922, ο Σοφοκλής Βενιζέλος επανήλθε στο στράτευμα και διορίσθηκε στρατιωτικός ακόλουθος στο Παρίσι, όπου παρέμεινε επί οκτώ χρόνια, για να αποστρατευθεί τελικά με τον βαθμό του συνταγματάρχη.
Το 1936, μετά τον θάνατο του πατέρα του, εκλέχθηκε στην διοικούσα επιτροπή του Κόμματος των Φιλελευθέρων.
Στον πόλεμο του 1940 ζήτησε να καταταγεί, όμως, η αίτησή του δεν έγινε δεκτή. Με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, ακολούθησε την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στην Αίγυπτο.
Στις 7 Μαΐου του 1943 ανέλαβε το Υπουργείο Ναυτικού στην εξόριστη κυβέρνηση του Τσουδερού.
Όταν ξέσπασε το κίνημα του Ναυτικού (1944), ο Εμμανουήλ Τσουδερός παραιτήθηκε και έτσι ο Σοφοκλής Βενιζέλος ανέλαβε την πρωθυπουργία της εξόριστης κυβέρνησης στις 14 Απριλίου του 1944.
Μέσα σε τρεις ημέρες, ο Σοφοκλής Βενιζέλος κατέστειλε το κίνημα του Ναυτικού, αλλά με μεγάλο πολιτικό κόστος για τον ίδιο.
Έχοντας χάσει την ευρύτερη λαϊκή αποδοχή που απολάμβανε μέχρι τότε, ο Σοφοκλής Βενιζέλος αναγκάσθηκε να παραιτηθεί δώδεκα ημέρες αργότερα (26 Απριλίου 1944), προκειμένου να σχηματισθεί η κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου και να επέλθει ηρεμία στην ελληνική πολιτική σκηνή. Στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, παρέμεινε ως αντιπρόεδρος έως τον Αύγουστο του 1944.
Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1944, ο Σοφοκλής Βενιζέλος συμμετείχε στην τελευταία εξόριστη κυβέρνηση εθνικής ενότητας, στην οποία συμμετείχαν και έξι υπουργοί της «κυβέρνησης του βουνού» (ΠΕΕΑ).
Μετά την απελευθέρωση, ο Σοφοκλής Βενιζέλος επέστρεψε στην Ελλάδα.
Στις 30 Αυγούστου του 1945 ανακηρύχθηκε υπαρχηγός των Φιλελευθέρων, με αρχηγό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη.
Τον Φεβρουάριο του 1946, το Κόμμα Φιλελευθέρων διασπάσθηκε, και ο Σοφοκλής Βενιζέλος ανέλαβε την ηγεσία του Κόμματος Βενιζελικών Φιλελευθέρων, ενώ στις πρώτες μετακατοχικές εκλογές, ένα μήνα αργότερα, πολιτεύθηκε με τον κόμμα Εθνική Πολιτική Ένωσις, συνυποψήφιος με τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
Τον Απρίλιο του 1946, ανέλαβε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην ολιγοήμερη κυβέρνηση του Παναγιώτη Πουλίτσα, από την οποία παραιτήθηκε μαζί με τον Παπανδρέου και τον Κανελλόπουλο, επειδή οι τρεις τους διαφώνησαν με την πρόθεση της κυβέρνησης να επισπεύσει το δημοψήφισμα για την επαναφορά της βασιλείας.
Το 1947 έγινε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Στρατιωτικών και Προσωρινώς Υγιεινής και Αεροπορίας καθώς και υπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου, εντεταλμένος εις τον συντονισμόν των υπουργείων των εχόντων σχέσιν με την ασφάλειαν της χώρας και προσωρινά υπουργός Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων και Τηλεφώνων και αργότερα υπουργός Ναυτικών στην Κυβέρνηση Δημητρίου Μαξίμου 1947.
Οι Φιλελεύθεροι επανενώθηκαν το 1947 και ο Σοφοκλής Βενιζέλος έγινε εκ νέου υπαρχηγός και κατόπιν αρχηγός του κόμματος (Νοέμβριος 1948).
Από τον Αύγουστο του 1950 έως τον Οκτώβριο του 1951, ο Σοφοκλής Βενιζέλος σχημάτισε τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις, αρχικά σε συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, και κατόπιν σε συνεργασία με τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον Νικόλαο Πλαστήρα, ως πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών.
Στην κυβέρνηση Πλαστήρα (1951–1952) μετείχε ως αντιπρόεδρος και υπουργός Εξωτερικών, και αναπλήρωσε τον Πλαστήρα μετά την ασθένειά του (11 Μαρτίου 1952).
Κατά την περίοδο αυτή, ο Σοφοκλής Βενιζέλος διαπραγματεύτηκε την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ (εισδοχή στις 20 Σεπτεμβρίου 1951, επικύρωση από τη Βουλή των Ελλήνων στις 18 Φεβρουαρίου 1952), αποδέχθηκε τη συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο της Κορέας μετά από πρόσκληση του ΟΗΕ, και έδωσε το δικαίωμα τού εκλέγειν και εκλέγεσθαι και στις γυναίκες (Νόμος 2159/1952).
Μετά την ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές του 1952 από τον Ελληνικό Συναγερμό του Παπάγου, ο Σοφοκλής Βενιζέλος αποσύρθηκε προσωρινά από την πολιτική.
Επανήλθε λίγο καιρό αργότερα για να ιδρύσει την Φιλελεύθερη Δημοκρατική Ένωση (ΦΔΕ), αφού πρώτα διαφώνησε με τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Στις εκλογές του 1956, η ΦΔΕ εξέλεξε 46 βουλευτές, και ο ίδιος ο Σοφοκλής Βενιζέλος εκλέχθηκε βουλευτής Δωδεκανήσων.
Το 1958 εξομάλυνε τις σχέσεις του με τον Γεώργιο Παπανδρέου, για να ιδρύσουν μαζί την Ένωση Κέντρου.
Το 1961 οι σχέσεις του με τον Παπανδρέου πέρασαν άλλη μία κρίση και, για ένα σύντομο διάστημα, ο Σοφοκλής Βενιζέλος φλέρταρε πολιτικά με την ΕΡΕ του Καραμανλή, γρήγορα όμως οι σχέσεις του με τον Παπανδρέου εξομαλύνθηκαν και πάλι.
Έτσι, μετά την εκλογική νίκη της Ενώσεως Κέντρου στις 3 Νοεμβρίου του 1963, ανέλαβε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών.
Ο Σοφοκλής Βενιζέλος πέθανε τα ξημερώματα της 7ης Φεβρουαρίου 1964.
ΛΟΥΚΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
Ο Λουκής Ακρίτας ήταν Ελληνοκύπριος λογοτέχνης, δημοσιογράφος και πολιτικός.
Γεννήθηκε στις 8 Αυγούστου 1908 στην Μόρφου της Αγγλοκρατούμενης Κύπρου.
Αφού αποφοίτησε το 1926, από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, σπούδασε στο Παγκύπριο Διδασκαλείο Λευκωσίας, από όπου και αποφοίτησε το 1928. Εργάστηκε για δύο χρόνια ως δάσκαλος στην Κύπρο δημοσιεύοντας, παράλληλα, διάφορα κείμενα του στην εφημερίδα Χρόνος.
Από τα τέλη του 1930 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και υπήρξε πολιτικός συντάκτης αρχικά στην εφημερίδα Εστία και στη συνέχεια στην Πρωία.
Επίσης υπήρξε ανταποκριτής της εφημερίδας της Λευκωσίας Πρωινή και συγχρόνως σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και συνεργάστηκε με τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού.
Στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, στον οποίο πήρε μέρος ως απλός στρατιώτης, έστελνε από το μέτωπο ανταποκρίσεις στην εφημερίδα Εστία.
Τους τελευταίους μήνες της Κατοχής άρχισε να εκδίδει την αντιστασιακή εφημερίδα Καθημερινά Νέα, η οποία μεταπολεμικά προσανατολίστηκε πολιτικά προς την Ένωση Κέντρου και τις επιλογές του Γεωργίου Παπανδρέου, και η έκδοση της συνεχίστηκε για λίγο διάστημα και μετά την απελευθέρωση.
Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ακρίτας υπήρξε ιδρυτικό μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης Τριμελής Επιτροπή Αγώνος (μετέπειτα Ανώτατη Επιτροπή Απελευθερώσεως) μαζί με τον Μιλτιάδη Πορφυρογένη και τον στρατηγό Σπηλιωτόπουλο.
Από το 1952 έως το 1954 εξέδωσε το περιοδικό Ελληνικά Χρονικά (περίπου 100 τεύχη), το οποίο αρχικά ήταν εβδομαδιαίο και αργότερα έβγαινε κάθε δεκαπέντε μέρες και υπεύθυνος στα λογοτεχνικά θέματα ήταν ο γνωστός ποιητής και διανοούμενος Νικηφόρος Βρεττάκος.
Από τα μέσα του 1959 άρχισε να εκδίδει το εβδομαδιαίο περιοδικό Κόσμος, Επιστήμη και Ζωή το οποίο από τις αρχές του 1962 έγινε επίσης δεκαπενθήμερο.
Στο περιοδικό αυτό ο Ακρίτας δημοσίευσε και μερικά διηγήματά του μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει το Φορτίο ανθρώπου.
Στα 1964, αμέσως μετά την εκδήλωση των διακοινοτικών ταραχών έσπευσε στην Κύπρο, για να μεταφέρει μήνυμα συμπαράστασης της Ελλάδας στον Εθνάρχη, Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ΄ και στον κυπριακό λαό.
Πέθανε στις 7 Φεβρουαρίου 1965, σε ηλικία 56 ετών σε κλινική του Λονδίνου, έπειτα από πολύμηνη αντιμετώπιση του καρκίνου.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
Ο Περικλής Ιωαννίδης ήταν αντιναύαρχος του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού.
Γεννήθηκε στην 1 Νοεμβρίου 1881 στην Κόρινθο και εισήλθε στην Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, απ'όπου και αποφοίτησε.
Υπήρετησε κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους και κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού τάχθηκε με το πλευρό του Βασιλιά.
Το 1917 καταδικάστηκε λόγω των πολιτικών του φρονημάτων και φυλακίστηκε μέχρι το 1920.
Μετά την πτώση του Βενιζέλου, συμμετείχε στην Μικρασιατική Εκστρατεία και προβιβάστηκε σε πλοίαρχο.
Το 1922 αποστρατεύθηκε και το 1935 αποκαταστάθηκε.
Τον ίδιο χρόνο αποχώρησε οριστικά από το Πολεμικό Ναυτικό λαμβάνοντας παράλληλα τον τίτλο του αντιναυάρχου.
Στις 31 Μαρτίου του 1947 παρέλαβε τα Δωδεκάνησα ως αντιπρόσωπος της Ελλάδας από τους συμμάχους και διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής των Δωδεκανήσων.
Το 1958 ανακηρύχθηκε από τον Ναυτικό Όμιλο Ελλάδος επίτιμο μέλος του, ενώ υπήρξε ευεργέτης της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.
Το 1920 ο Ιωαννίδης, καθώς επέστρεφε με πολεμικό πλοίο στην Ελλάδα, του οποίου ήταν κυβερνήτης ο ίδιος, γνώρισε την πριγκίπισσα Μαρία της Ελλάδας και Δανίας, χήρα του Μεγάλου Δούκα της Ρωσίας, ο οποίος είχε πεθάνει το 1919.
Τον Δεκέμβριο του 1922, ενώ βρισκόντουσαν σε εξορία, παντρεύτηκαν στη Γερμανία.
Την περίοδο 1922 - 1940 διέμενε στην Αγγλία και την Ιταλία.
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 1965 και ετάφη στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι.
ΜΑΡΚΟΣ ΝΟΜΙΚΟΣ
Ο Μάρκος Νομικός του Πέτρου ήταν Έλληνας εφοπλιστής και πολιτικός.
Γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1898 στη Σαντορίνη και ήταν γιος του Πέτρου Νομικού, ιδρυτή της "Θηραϊκής Ακτοπλοΐας" (1930).
Ακολούθησε νομικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας.
Το 1918, έγινε εφοπλιστής και 5 χρόνια αργότερα ανέλαβε τη διεύθυνση της εταιρείας του πατέρα του, Πέτρου Νομικού.
Σε ένα από τα κότερά του, το "Νόρθγουιντ", είχε ταξιδέψει στα ελληνικά νησιά, ως προσκεκλημένη, η μετέπειτα Ζακλίν Κένεντι Ωνάση, το 1963, λίγους μήνες προτού δολοφονηθεί ο τότε σύζυγός της, Τζον Φ. Κένεντι.
Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Θήρας στις εκλογές του 1952 με τον Ελληνικό Συναγερμό και στη συνέχεια εντάχθηκε στην ΕΡΕ, με την οποία εξελέγη βουλευτής Κυκλάδων το 1956, 1958, 1961, 1963 και 1964.
Ήταν παντρεμένος με την Αννίκα Πρωτονοταρίου και απέκτησαν 4 παιδιά: την Αναστασία (γ. 1918), τον Αναστάσιο (γ. 1920), την Αντωνία (γ. 1921) και τη Μαρία (γ. 1928).
Διετέλεσε μεταξύ άλλων μέλος του Δ.Σ. της "ΑΓΕΤ Ηρακλής".
Απεβίωσε σε ηλικία 86 ετών, στις 7 Φεβρουαρίου 1984.
ΜΠΕΑΤΑ ΚΙΤΣΙΚΗ
Η Μπεάτα Κιτσίκη, γεννημένη Μερόπη Πετυχάκη, στο Ηράκλειο της Κρήτης, στις 14 Ιουλίου 1907 ήταν αγωνίστρια των δικαιωμάτων των γυναικών, αγωνίστρια του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, 1944-1949.
Ήταν σύζυγος του Νίκου Κιτσίκη και μητέρα του Δημήτρη Κιτσίκη.
Ο Εμμανουήλ Πετυχάκης είχε 12 παιδιά, όλα γεννημένα στο Κάιρο εκτός από το τελευταίο, την Μπεάτα, που γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1907.
Ο Εμμανουήλ Πετυχάκης είχε επιστρέψει με την οικογένειά του στην Κρήτη, επειδή τα παιδιά του πέθαιναν από τύφο στην Αίγυπτο.
Στο Ηράκλειο πέθανε το 1915, αφήνοντας χήρα την Κορίννα, που ήταν 19 χρόνια νεότερή του.
Τον αντικατέστησε με τον δικηγόρο της οικογενείας, τον Αριστείδη Στεργιάδη, που ήταν συνομήλικός της (1861-1949), τον μετέπειτα ύπατο αρμοστή στη Σμύρνη (1919-1922), που έτσι έγινε ο πατριός της Μπεάτας.
Ο Στεργιάδης πήρε μαζί του την Μπεάτα στη Σμύρνη το 1919.
Επιστρέφοντας στο Ηράκλειο, γνώρισε το 1921 τον ήδη τότε τακτικό καθηγητή στο Πολυτεχνείο Νίκο Κιτσίκη, που είχε έρθει στο Ηράκλειο για να χτίσει το λιμάνι.
Ο Κιτσίκης την πήρε μαζί του στην Αθήνα και τη νυμφεύθηκε το 1923.
Η Μπεάτα έζησε έκτοτε στην κολωνακιώτικη αστική κοινωνία της πρωτεύουσας και έκανε τρία παιδιά: την Μπεάτα, την Έλσα και τον Δημήτρη.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, μαζί με τον σύζυγό της, τον Νίκο Κιτσίκη, πρύτανη του Ε.Μ. Πολυτεχνείου κατετάγη στις γραμμές του ΕΑΜ και στην Απελευθέρωση έγινε μέλος του ΚΚΕ.
Στις 9 Απριλίου 1948, εν μέσω του εμφυλίου πολέμου, άρχισε ενώπιον του έκτακτου στρατιωτικού δικαστηρίου των Αθηνών η δίκη της Μπεάτας για κατασκοπία προς όφελος του εκτός νόμου ΚΚΕ, τη στιγμή που ο σύζυγός της, ο Νίκος Κιτσίκης, ήταν ακόμη πρόεδρος του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου.
Με τη φήμη που την περιέβαλε, αυτή της Ελληνίδας Πασιονάριας, καταδικάσθηκε σε θάνατο.
Παρά τα βασανιστήρια τα οποία υπέστη, η Μπεάτα ποτέ δε δέχθηκε να υπογράψει δήλωση μετανοίας και ηρωποιήθηκε από τη νεολαία.
Σε πολλά κορίτσια που γεννήθηκαν εκείνη την εποχή δόθηκε το όνομα Μπεάτα.
Στη διάρκεια της δίκης της κατηγορήθηκε ότι είχε προδώσει την τάξη της, αυτήν του Κολωνακίου.
Την 1η Μαΐου 1948, ο υπουργός Δικαιοσύνης Χρήστος Λαδάς, που είχε υπογράψει τη θανατική της καταδίκη, δολοφονήθηκε από μέλος της ΟΠΛΑ.
Οι εφημερίδες της εποχής αμέσως κατηγόρησαν την Μπεάτα ότι από τη φυλακή είχε δώσει διαταγή στην ΟΠΛΑ να προβεί στη δολοφονία του υπουργού.
Παρά ταύτα, λόγω της φήμης και του σεβασμού που ο κόσμος συνέχιζε να τρέφει προς το πρόσωπο του Νίκου Κιτσίκη, η Μπεάτα δεν εξετελέσθη και μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου αφέθηκε ελεύθερη, στα τέλη του 1951.
Η υγεία της, όμως, είχε πλέον καταστραφεί και τα βασανιστήρια είχαν επηρεάσει τον ψυχικό της κόσμο.
Σε μία συνάντηση του Παγκοσμίου Κινήματος της Ειρήνης στη Στοκχόλμη, στα τέλη του 1955, οι Κινέζοι αντιπρόσωποι πλησίασαν τον Έλληνα απεσταλμένο, τον Νίκο Κιτσίκη, και του ζήτησαν να προωθήσει στην Ελλάδα τη Λαϊκή Κίνα, η οποία τότε δεν αναγνωριζόταν από τη Δύση.
Η Μπεάτα Κιτσίκη ανέλαβε να ιδρύσει τον Σύνδεσμο φιλίας Ελλάδος-Λαϊκής Κίνας, που γρήγορα γνώρισε τεράστια επιτυχία στην ελληνική κοινωνία.
Με τη συνεργασία των Εκδόσεων Φέξη, πολλές δεκάδες κινεζικά βιβλία μεταφράσθηκαν στα Ελληνικά, λογοτεχνικά αλλά και πολιτικά, όπως τα Άπαντα του Μάο Τσετούνγκ.
Με αλλεπάλληλες αποστολές Ελλήνων προσωπικοτήτων στη Λαϊκή Κίνα, αλλά και με την εξάπλωση της μαοϊκής ιδεολογίας στους νέους, η Κίνα έγινε ευρέως γνωστή στο ελληνικό κοινό.
Η Μπεάτα, ταξιδεύοντας σχεδόν κάθε χρόνο στην Κίνα, έγινε φίλη των Κινέζων ηγετών και προσωπικά του Μάο.
Αν και το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 ανέκοψε τη δράση της, η Χούντα αναγνώρισε και επισήμως το Πεκίνο.
Η Μπεάτα, όμως, ως στόχος των συνταγματαρχών, πέτυχε να τους ξεφύγει και με πλαστό ελβετικό διαβατήριο βρήκε καταφύγιο στην Ελβετία και μετά στη Γαλλία, κοντά στα παιδιά της.
Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση της χούντας, το 1974.
Ο σύζυγός της Νίκος Κιτσίκης πέθανε το 1978.
Η ίδια πέθανε στις 7 Φεβρουαρίου 1986, τιμώμενη από το ΚΚΕ και την κινεζική κυβέρνηση.
ΤΑΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΔΗΣ
Ο Χρήστος (Τάκης) Γραμματίδης ήταν Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός ο οποίος διετέλεσε βουλευτής Λάρισας.
Γεννήθηκε στη Λάρισα, το 1923 και ήταν γιος του Ιωάννη Γραμματίδη, πρόσφυγα από τον Πόντο, και της Ιφιγένειας Κάπελμαγερ με καταγωγή από τη Γερμανία.
Αφού περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Λάρισα, εγγράφηκε στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1941), από την οποία και αποφοίτησε.
Κατά τη διάρκεια της κατοχής συμμετείχε στην εθνική αντίσταση ως μέλος του ΕΔΕΣ, ενώ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία. Παράλληλα εξέδιδε την εφημερίδα «Κένταυρος» από τις γραμμές του πολεμικού μετώπου.
Μετά την απόλυσή του εργάστηκε ως δημοσιογράφος εκδίδοντας τις εφημερίδες «Ημερήσιος Κήρυξ» και «Νέον Βήμα», υπήρξε δε ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων με το ψευδώνυμο "Τάκης Αθανάσαινας".
Το 1985 ίδρυσε την "Ένωση των εν Αθήναις Λαρισαίων", διατελώντας πρόεδρός της μέχρι το 1995, οπότε ανακηρύχθηκε επίτιμος πρόεδρος.
Επίσης προχώρησε στην έκδοση πολλών βιβλίων με αναμνήσεις, ντοκουμέντα, ομιλίες και άρθρα του όπως Συνεντεύξεις και Άρθρα, Αγορεύσεις 1958-1967 και 1974-1983, 150 χρόνια ελληνικού κοινοβουλευτικού βίου, «ΤΡΑΓΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ - Γεγονότα και Πρόσωπα», το οποίο αφορά την ελληνική ιστορία των ετών 1940 - 1975 καθώς και «η παλιά Λάρισα», που αφορά στην ιστορία της πρωτεύουσας της Θεσσαλίας.
Έχει τιμηθεί με τον Χαλκούν Σταυρό, το Σταυρό του Τάγματος του Παναγίου Τάφου και το Μετάλλιο Εθνικής Αντίστασης καθώς και με παράσημα από τον Δήμο Λαρίσης, την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και την Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης. Επίσης έχει βραβευθεί από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό και τη Διεθνή Αμνηστία. Στη Λάρισα υπάρχει πλατεία Χρήστου Γραμματίδη, ενώ το 2005 η Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Λαρίσης του απένειμε τιμητική πλακέτα για το σύνολο της προσφοράς του.
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2008.
Ήταν νυμφευμένος με την Ιουλία Βαλάκη και είχαν αποκτήσει δύο γιους.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Κωνσταντίνος Ι. Δεσποτόπουλος ήταν Έλληνας Μικρασιάτης φιλόσοφος και πολιτικός στοχαστής, αντιστασιακός, πανεπιστημιακός δάσκαλος, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και πρώην υπουργός Παιδείας.
Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 8 Φεβρουαρίου 1913.
Οι γονείς του, Ιωάννης Δεσποτόπουλος και Στέλλα Σαμούχου, ανήκαν στην εύπορη και καλλιεργημένη τάξη της πόλης.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, αρχικά στην προσφυγική περιοχή του Βύρωνα.
Τελείωσε το Α΄ Γυμνάσιο Αθηνών με βαθμό απολυτηρίου «ακέραιο άριστα», όπως ο ίδιος τόνιζε συνήθως.
Σπούδασε, ενώ εργαζόταν, νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα φιλοσοφίας, ιστορίας και κοινωνιολογίας.
Το 1939 αναγορεύτηκε διδάκτωρ.
Η διατριβή του, που είχε ως θέμα την «έννοια του δικαιώματος», βαθμολογήθηκε με «άριστα» παμψηφεί και, όπως ανέφερε η αρμόδια κριτική επιτροπή στην εισηγητική έκθεσή της, αποδείκνυε «την παρά τω συγγραφεί υπάρχουσαν εξαιρετικήν ιδιοφυΐαν».
Ως νέος, ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και ιδίως με το βόλεϊ, παίζοντας στο Βύρωνα, αλλά και στην εθνική ομάδα.
Στα φοιτητικά του χρόνια γνωρίστηκε και συνδέθηκε -έκτοτε- με στενή φιλία με τους λεγόμενους «νεοκαντιανούς» καθηγητές Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνο Τσάτσο και Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, αλλά και κατόπιν, στα κατοχικά χρόνια, ο Δεσποτόπουλος κατηύθυνε έναν σπουδαστικό όμιλο συζητήσεων και προβληματισμού.
Σε αυτόν είχε ενταχθεί -μεταξύ άλλων- και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο οποίος με την προτροπή του Δεσποτόπουλου, στράφηκε στη μελέτη του αρχαιοελληνικού φιλοσοφικού στοχασμού και, ιδίως, της σκέψης του Αριστοτέλη.
Η έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου τον βρήκε έφεδρο αξιωματικό στη Σύρο, απ΄ όπου στάθληκε στο μέτωπο.
Στη διάρκεια της Κατοχής, ο κύκλος συζητήσεων που συμμετείχε ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος εντάχθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ, που βρισκόταν υπό την πολιτική καθοδήγηση του Π. Κανελλόπουλου.
Ωστόσο, ο Δεσποτόπουλος, όπως και ο δίδυμος αδελφός του Αλέξανδρος, δεν ακολούθησαν τα υπόλοιπα μέλη σε αυτήν την επιλογή.
Σε όλη τη διάρκεια των κατοχικών χρόνων βρισκόταν σε επαφή και «συμβουλευτική συνεργασία» με διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις, χωρίς όμως να ενταχθεί σε καμμία -σε αντίθεση με τον αδελφό του, που είχε ενεργότερη συμμετοχή.
Δημοσίευσε άρθρα εμψυχωτικού και πολιτικού χαρακτήρα στον παράνομο αντιστασιακό τύπο, ενώ παράλληλα δραστηριοποιήθηκε προς την κατεύθυνση της επεξεργασίας θέσεων γύρω από τις μεταπολεμικές διπλωματικές και εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδας.
Ένα από τα έντυπα που συνεργάστηκε ήταν τα Ελληνικά Νειάτα, όργανο της Ιερής Ταξιαρχίας, που ήταν ουσιαστικά η σπουδαστική οργάνωση της ΠΕΑΝ.
Την περίοδο εκείνη γνωρίστηκε με πολιτικούς όπως οι Γεώργιος Καρτάλης και Κ. Μητσοτάκης, διπλωμάτες όπως ο Δημήτριος Μπίτσιος και καλλιτέχνες όπως οι Άγγελος Σικελιανός, Γιάννης Τσαρούχης και Μάνος Χατζιδάκις.
Το 1945 ανέλαβε, με την παρότρυνση του στενού φίλου του Καρτάλη, την προεδρία του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου Νέων, θέση από την οποία εργάστηκε για την προώθηση της υπόθεσης της ένταξης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα.
Επίσης, εξελέγη υφηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Η συμμετοχή του στον Ελληνοσοβιετικό του κόστισε την απόλυση από τη θέση του και τη δίωξη.
Τον Ιούλιο του 1947 εκδιώχθηκε από το Πανεπιστήμιο και συνελήφθη μαζί με χιλιάδες άλλους. Με εντολή του Υπουργού Δημόσιας Τάξης Ναπολέοντα Ζέρβα-μεταφέρθηκε στην Ψυττάλεια και κατόπιν εκτοπίστηκε στην Ικαρία.
Λίγο αργότερα επανήλθε στην Αθήνα με απόφαση της Κυβέρνησης Σοφούλη.
Το Σεπτέμβριο κλήθηκε να υπηρετήσει στο στρατό ως έφεδρος αξιωματικός και το Νοέμβριο μετατέθηκε από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο στρατόπεδο της Μακρονήσου.
Σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του, από τα τέλη Μαρτίου του 1948 άρχισαν οι διώξεις και τα βασανιστήρια, με αποτέλεσμα η ζωή του πολλές φορές να τεθεί σε κίνδυνο.
Αργότερα, αρνούμενος πεισματικά και σθεναρά να υπογράψει «δήλωση», αντέτεινε στους βασανιστές του: «Έχω καθήκον να περισώσω την τιμήν της ελληνικής φιλοσοφίας».
Το καλοκαίρι του 1948, συμπεριελήφθη από τους δεσμοφύλακές του στην ομάδα των λιγοστών «αμετανόητων».
Θα μπορούσε να τα είχε αποφύγει όλα αυτά αν υπέγραφε δήλωση μετανοίας.
Δεν το έπραξε κι έμεινε έγκλειστος στο κάτεργο της Μακρονήσου.
Αρνήθηκε να υπογράψει επικαλούμενος την Ελλάδα, την επιστήμη του, τις αξίες του ελληνικού πολιτισμού, τις αξίες που πρέπει να διέπουν τον άνθρωπο του πνεύματος.
Παρέμεινε έγκλειστος στο στρατόπεδο της Μακρονήσου ως το 1950.
Μετά την απελευθέρωσή του, ο Δεσποτόπουλος δεν κατόρθωσε να επανέλθη στο πανεπιστήμιο.
Ασχολήθηκε με τη δικηγορία, από ανάγκη βιοπορισμού, χωρίς να παραμελεί τις φιλοσοφικές έρευνές του.
Συμμετείχε σε επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και δίδαξε σε ιδιωτικές σχολές και σεμιναριακούς, επιμορφωτικούς κύκλους συλλόγων.
Την περίοδο της δικτατορίας των Απριλιανών, αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία.
Τις πρώτες μέρες, μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, κρύφτηκε στο σπίτι του τότε σύγαμπρού του Φ. Γκιζίκη.
Ευρισκόμενος στο Παρίσι, απασχολήθηκε αρχικά ως συνεργάτης του γαλλικού Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών.
Στη συνέχεια. δίδαξε ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο Νανσύ ΙΙ (Université Nancy ΙΙ).
Έπειτα από τη Μεταπολίτευση εκλέχτηκε καθηγητής στην Πάντειο, διατελώντας μάλιστα πρύτανης του ιδρύματος την περίοδο 1978-1979.
Το 1978, ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος υπέστη δίωξη για την άρνησή του να δώσει θρησκευτικό όρκο ενώπιον του ανακριτή, όπου είχε κληθεί ως μάρτυρας, επικαλούμενος -ως χριστιανός ορθόδοξος- τη σχετική ρητή ευαγγελική απαγόρευση, αλλά και την επιστημονική ευσυνειδησία του.
Καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό το 1979, χωρίς ωστόσο να εκδικαστεί η υπόθεση και από τον Άρειο Πάγο, λόγω παραγραφής.
Η απολογία του στο Εφετείο Αθηνών (20 Σεπτεμβρίου 1979), όπως και το σχετικό υπόμνημά του στον Άρειο Πάγο, συνιστούν έως σήμερα ισχυρά νομικά κείμενα για την επιχειρηματολογία όσων εναντιώνονται στην ορκοδοσία.
Εκ πεποιθήσεως πολέμιος της θανατικής ποινής, ο Δεσποτόπουλος αγωνίστηκε για την κατάργησή της στην Ελλάδα.
Ως υπέρμαχος της ισότητας των δυο φύλων είχε εμπνευστεί και προτείνει ένα σύστημα για το σχηματισμό των ελληνικών επιθέτων, με το οποίο επιβίωνε η θηλυγονική σειρά μιας οικογένειας, δίπλα στην αρρενογονική.
Το 1989 ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου παιδείας στην κυβέρνηση Γρίβα και το 1990 στην κυβέρνηση Ζολώτα.
Στο δημοψήφισμα του 2015 τάχθηκε υπέρ του ''Ναι''.
Διέμενε μόνιμα στην Αθήνα. Απεβίωσε στις 7 Φεβρουαρίου 2016, μια ημέρα πριν κλείσει την ηλικία των 103 ετών.
ΚΥΒΕΛΗ ΘΕΟΧΑΡΗ
Η Κυβέλη Θεοχάρη - Ζωγραφίδη γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1924 και ήταν Ελληνίδα ηθοποιός, κόρη της πρωταγωνίστριας Μιράντας Μυράτ και του Σπύρου Θεοχάρη, εγγονή της Κυβέλης και του Μήτσου Μυράτ και πρώτη εξαδέλφη της Κυβέλης Μυράτ-Μαρίνου.
Πρωτοεμφανίστηκε με το θίασο της κυρίας Κατερίνας (1954) στο έργο Ταξίδι αναψυχής.
Τον επόμενο χρόνο συμμετείχε στο θίασο της μητέρας της και του Λάμπρου Κωνσταντάρα, παίζοντας στα έργα Δύο άσπρα τριαντάφυλλα και Οι μαιτρέσσες του μπαμπά.
Παράλληλα, έλαβε μέρες στις «ποιητικές απογευματινές» που οργάνωνε η Μιράντα Μυράτ στο Θέατρο «Κυβέλης» στην πλατεία Συντάγματος.
Το 1956 συνεργάστηκε με τον θίασο Ηλιόπουλου-Φωτόπουλου, όπου και εμφανίστηκε στην κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου Ο φίλος μου ο Λευτεράκης και στο έργο Μια τσουκνίδα στις βιολέτες.
Ακολουθεί η συνεργασία της με τον θίασο του Βασίλη Λογοθετίδη (1957-59), όπου έπαιξε στα έργα Το τιμόνι του έρωτα του Παναγιώτη Καγιά και Ο Ηλίας του 16ου των Σακελλάριου και Γιαννακόπουλου.
Το 1955 εμφανίστηκε στην ταινία του Ορέστη Λάσκου Γκόλφω, βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Σπύρου Περεσιάδη στο ρόλο της Σταυρούλας. Ακολούθησαν Η άγνωστος (1956) του Ορέστη Λάσκου, στο ρόλο της Ευτυχίας, όπου έπαιξε μαζί με τη γιαγιά της Κυβέλη, Ο ζηλιαρόγατος (1956) του Γιώργου Τζαβέλλα, με τον Βασίλη Λογοθετίδη (κινηματογραφική μεταφορά της κωμωδίας του Γ. Ρούσσου Ο εραστής έρχεται) στον ρόλο της Κικής Μανωλοπούλου, Στουρνάρα 288 (1959) του Ντίνου Δημόπουλου (πρόκειται για την ομώνυμη κωμωδία των Τραϊφόρου-Βασιλειάδη) στον ρόλο της Φώφης Ασημομύτη, Ο Ηλίας του 16ου (1959) του Αλέκου Σακελλάριου στο ρόλο της Αλέκας Κωνσταντινίδου , Ανθισμένη αμυγδαλιά (1959) του Χρίστου Αποστόλου, Ο Δήμος από τα Τρίκαλα (1962) του Γιάννη Δαλιανίδη, όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Κώστα Χατζηχρήστο στο ρόλο της Λέλας κ.ά.
Το καλοκαίρι του 2014, και σε ηλικία 90 ετών, επιστρέφει έπειτα από δεκαετίες στον κινηματογράφο, πρωταγωνιστώντας στην ταινία docufiction του Alessandro Spiliotopulos Οι κόρες του χάους, μία συμπαραγωγή του Ινστιτούτου Κυβέλη και της Tetrafillon Films.
Η μικρού μήκους αυτή ταινία παρουσιάζει με πρωτότυπο και ενίοτε ανατρεπτικό τρόπο την ιστορία της μεγάλης θεατρικής οικογένειας της Κυβέλης και της ιδιαίτερης σχέσης της οικογένειας με τα έργα του Πιραντέλο, με φόντο την Ελλάδα και την Ευρώπη του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.
Παρά το ελπιδοφόρο ξεκίνημα, η σταδιοδρομία της στο θέατρο θα σταματήσει στις αρχές του 1960.
Θα ακολουθήσει διαφορετικούς δρόμους ως ξεναγός αρχαιολογικών χώρων και διευθύντρια-συντονίστρια σε ελληνικές και ευρωπαϊκές κρουαζιέρες.
Αργότερα, θα αναλάβει τις δημόσιες σχέσεις στο ιδιαίτερο γραφείο του Ανδρέα Παπανδρέου, κατά τα έτη της πρωθυπουργίας του, και θα συνεχίσει ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων του Πρωθυπουργού κ. Κώστα Σημίτη ως το 1999. Πρωτοστάτησε ως ιδρυτικό μέλος στη δημιουργία του Ινστιτούτου Κυβέλη (Ερμούπολη Σύρου, 1999).
Από τον πρώτο της γάμο με τον ομογενή εκ Κωνσταντινουπόλεως Γιάννη Στεφανίδη απέκτησε την κόρη της Βαλεντίνη Στεφανίδη-Ποταμιάνου (1943). Δεύτερος σύζυγός της ήταν ο Τίτος Ζωγραφίδης (1914-1981), αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος.
Πέθανε στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΚΗΛΑΗΔΟΝΗΣ
Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης ήταν διακεκριμένος Έλληνας τραγουδοποιός, αρχικά συνθέτης, και επίσης, στιχουργός και μουσικός ερμηνευτής.
Γεννήθηκε στην Κυψέλη (Αθήνα) στις 15 Ιουλίου 1943 και είχε καταγωγή από την Κεφαλονιά.
Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Λεόντειο Λύκειο Πατησίων, και στη συνέχεια έκανε σπουδές στην Αρχιτεκτονική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπως και στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Ωστόσο, ποτέ δεν άσκησε το επάγγελμα αυτό.
Ἠταν παντρεμένος με την ηθοποιό Άννα Βαγενά, με την οποία είχε δύο κόρες.
Οι δυο τους το 1999 δημιούργησαν μια μουσική σκηνή, το «Μεταξουργείο», στο οποίο και εμφανίζονταν επί σειρά ετών.
Η καλλιτεχνική πορεία του Κηλαηδόνη ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν έγραψε τη μουσική για τη θεατρική παράσταση του έργου της Κωστούλας Μητροπούλου Η πόλη μας.
Τα τραγούδια, στον ομότιτλο δίσκο που κυκλοφόρησε, ερμήνευσαν η Βίκυ Μοσχολιού και ο Μανώλης Μητσιάς.
Συνέχισε παραγωγικότατος με πολλά τραγούδια και περισσότερη μουσική (προσωπικοί δίσκοι, συμμετοχές και συνεργασίες, μουσική ή/και στίχους για θεατρικές και κινηματογραφικές παραστάσεις, για τηλεοπτικές εκπομπές, κ.ά.). Πολλά τραγούδια του αγαπήθηκαν πολύ («Στη Βουλιαγμένη», «Το ματς», «Χαμηλή πτήση», «Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόυ», «Μια μέρα μιας Μαίρης», «Ο ύμνος των μαύρων σκυλιών», «Ντίσκο», «Πού βαδίζουμε κύριοι»).
Είχε κάνει πολλές ζωντανές εμφανίσεις και συναυλίες σε όλη την Ελλάδα και στην Κύπρο.
Στην πολύχρονη πορεία του συνεργάστηκε με πληθώρα καλλιτεχνών, καταξιωμένων αλλά και νεότερων, από όλο το φάσμα του ελληνικού τραγουδιού.
Ιδιαίτερη μνεία απαιτεί η πρώτη μεγάλης κλίμακας συναυλία του, το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη, που έγινε στις 25 Ιουλίου του 1983 και συγκέντρωσε πάνω από 70.000 άτομα (άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό στις 100.000).
Στο πάρτυ εμφανίστηκαν ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαργαρίτα Ζορμπαλά, ο Βαγγέλης Γερμανός, ο Γιώργος Νταλάρας, η Αφροδίτη Μάνου και η Μαντώ, αποβιβαζόμενοι με ταχύπλοα στην πλωτή εξέδρα.
Σε μια εποχή που ο όρος beach party δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός, αυτό το πάρτυ κατάφερε να δημιουργήσει το αδιαχώρητο στην παραλιακή λεωφόρο, από τη Βουλιαγμένη μέχρι τη Λεωφόρο Συγγρού.
Από πολλούς το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη θεωρήθηκε το ελληνικό Woodstock.
Ο Κηλαηδόνης ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που έβγαλε τις συναυλίες από τα γήπεδα και τα θέατρα, επιλέγοντας φυσικούς χώρους.
Για δέκα χρόνια έγραφε μουσική για το «Ελεύθερο Θέατρο» («Ελεύθερη Σκηνή»), με επιλεγμένα κομμάτια να περιλαμβάνονται στο άλμπουμ «Πάμε μαέστρο». Βασικός συνθέτης των παραστάσεων του «Θεσσαλικού Θεάτρου» της πρώτης περιόδου.
Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Θέατρο, με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, με το Λαϊκό Θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά, με την παιδική σκηνή της Ξένιας Καλογεροπούλου κλπ.
Έχει γράψει μουσική για τις ταινίες Οι κυνηγοί και Ο θίασος του Θόδωρου Αγγελόπουλου, Ελευθέριος Βενιζέλος του Παντελή Βούλγαρη και Οι Αθηναίοι του Βασίλη Αλεξάκη, καθώς και για πολλές τηλεοπτικές εκπομπές.
Απεβίωσε στις 7 Φεβρουαρίου 2017 σε ηλικία 74 ετών από καρδιακή ανεπάρκεια.