"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
Ο Ευγένιος Μιχαήλ Αντωνιάδης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στην 1η Μαρτίου 1870 και ήταν Έλληνας παρατηρησιακός αστρονόμος που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και σταδιοδρόμησε στη Γαλλία.
Σπούδασε Αρχιτεκτονική και αποτύπωσε σε αρχιτεκτονικά σχέδια τον ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.
Έγραψε την τρίτομη μελέτη «Έκφρασις της Αγίας Σοφίας», (1907 - 1909). Απέκτησε μεγάλη φήμη ως οξυδερκέστατος παρατηρητής του πλανήτη Άρη.
Την εποχή που οι περισσότεροι κορυφαίοι παρατηρητές συμφωνούσαν ότι υπήρχαν ευθύγραμμες (και άρα τεχνητές) διώρυγες πάνω στον Άρη, που διακρίνονταν ως σκούρες γραμμές, ο Αντωνιάδης, ιδίως όταν χρησιμοποίησε το μεγάλο διοπτρικό τηλεσκόπιο των 83 εκατοστών στο Αστεροσκοπείο του Μεντόν στο Παρίσι κατά την αντίθεση του Άρη του 1909, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι διώρυγες ήταν οπτική απάτη, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τις αποστολές διαστημοπλοίων στον πλανήτη αρκετές δεκαετίες αργότερα.
Οι αμέτρητες ώρες παρατηρήσεων του Άρη που είχε πραγματοποιήσει, τον οδήγησαν στη σύνταξη του πρώτου λεπτομερούς χάρτη της επιφάνειας του «κόκκινου πλανήτη» και στην ονομασία και άλλων χαρακτηριστικών μετά από αυτά που είχε ονομάσει ο Τζιοβάνι Σκιαπαρέλι.
Το έργο αυτό, που ολοκληρώθηκε από τον Ιωάννη Ε. Φωκά, οδήγησε σε ένα σύστημα ονοματολογίας για την τοπογραφία του Άρη, το οποίο τελικώς υιοθετήθηκε από τη Διεθνή Αστρονομική Ένωση, με αποτέλεσμα τα κυριότερα χαρακτηριστικά (όρη, περιοχές, κρατήρες) του Άρη να έχουν διεθνώς ελληνικά ονόματα.
Ο Ευγένιος Αντωνιάδης παρατήρησε και τους εσωτερικούς πλανήτες, την Αφροδίτη και τον Ερμή.
Επεχείρησε να σχεδιάσει και ένα χάρτη του Ερμή, αλλά οι προσπάθειές του ήταν λανθασμένες καθώς βασίζονταν στην τότε επικρατούσα παραδοχή ότι ο Ερμής έστρεφε πάντα το ίδιο ημισφαίριό του προς τον Ήλιο.
Επινόησε επίσης την ομώνυμη κλίμακα για την ποιότητα του seeing, που χρησιμοποιούν ευρύτατα οι ερασιτέχνες αστρονόμοι.
Ο Ευγένιος Αντωνιάδης ήταν και σκακιστής έχοντας αντιμετωπίσει μεγάλα ονόματα της εποχής του.
Η καλύτερη στιγμή του ήταν το 1907 σε τουρνουά στο Παρίσι, όπου ισοβάθμησε στην πρώτη θέση με τον πρωταθλητή σκακιού των Η.Π.Α. από το 1909-1936 Φρανκ Μάρσαλ, τον οποίο είχε νικήσει.
Το 1917 κατέκτησε την τρίτη θέση σε τουρνουά στο Παρίσι.
Στην Αγγλία γνώρισε την Κατερίνα Σεβαστοπούλου, που έμελλε να γίνει γυναίκα του το 1902.
Ο Αντωνιάδης άφησε επίσης ένα μνημειώδες αρχιτεκτονικό-βυζαντινολογικό έργο που δημοσιεύθηκε πρώτα το 1895.
Είναι η «Αγία Σοφία, περιγραφή αρχιτεκτονική, αρχαιολογική και ιστορική της μεγάλης εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως».
Είναι ο πρόδρομος ενός τρίτομου έργου που άρχισε να εκδίδεται το 1907 – 1909. Ήταν το αποτέλεσμα της αγάπης και των μελετών του για το Βυζάντιο.
Μελετών που τον ανέδειξαν σε σημαίνοντα βυζαντινολόγο, που αναδύθηκε αυτοδημιούργητος μέσα από τις προγονικές καταβολές του.
Νεαρός αρχιτέκτονας ακόμη αλλά και αργότερα, κάθε φορά που άφηνε για λίγο την Ευρώπη και επισκεπτόταν τη γενέτειρά του μελετούσε συστηματικά την Αγία Σοφία, την ιστορία και την εξέλιξή της, από την πρώτη θεμελίωση του ναού ως την οριστική διαμόρφωσή του, να αποτυπώσει με όλες τις λεπτομέρειες το πολυδαίδαλο κτιριακό συγκρότημα, τα γλυπτά, τα μωσαϊκά, τα πάντα, να αναπαραστήσει το πολυθρύλητο μνημείο σε όλο το μεγαλείο και να προβεί σε μια συνολική και εξαντλητική παρουσίασή του.
Το 1904 με άδεια του ίδιου του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β΄ πέτυχε την έκδοση ειδικού Σουλτανικού Διατάγματος (ιραδέ), που του επέτρεψε να επεκτείνει τις έρευνές του, να εισχωρήσει στα άδυτα του ιερού κτηρίου και να μην αφήσει τίποτα ανεξερεύνητο.
Το 1905 παρουσίασε τα πρώτα αρχιτεκτονικά σχέδια σε λιθογραφικούς πίνακες μεγάλου σχήματος, που τους τύπωσε με δικές του δαπάνες στο Παρίσι.
Είχαν περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια από το 1895, οπότε είχε ετοιμάσει το πρώτο χειρόγραφο του έργου του.
Τον επόμενο χρόνο (1906) τύπωσε επίσης στο Παρίσι μια δεύτερη σειρά πινάκων. Αλλά το 1907 βρέθηκε ο μαικήνας που ανελάμβανε τις δαπάνες για τη συνολική έκδοση του έργου.
Ήταν ο Γρηγόριος Μαρασλής (1831-1907), ο γνωστός εθνικός ευεργέτης από την Οδησσό, που χρηματοδοτούσε τις ανεπανάληπτες εκείνες εκδόσεις της «Βιβλιοθήκης Μαρασλή».
Ο Αντωνιάδης βρήκε εκεί όλες τις εκδοτικές δυνατότητες που ονειρευόταν για το τρίτομο μνημειώδες έργο του.
Πέθανε στη Γαλλία στις 10 Φεβρουαρίου 1944 σε ηλικία 74 ετών.
Έλαβε πολλές τιμητικές διακρίσεις από Ακαδημίες και επιστημονικές εταιρείες της Γαλλίας, της Αγγλίας και άλλων χωρών.
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ
Ο Εμμανουήλ Ι. Τσουδερός γεννήθηκε στο Ρέθυμνο, το 1882 και ήταν Έλληνας νομικός, οικονομολόγος, και τραπεζίτης, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας την περίοδο της Κατοχής, στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση.
Ήταν γιος του Ιωάννη Τσουδερού, ιατρού, πολιτικού και γόνου επιφανούς κρητικής οικογένειας με μεγάλη παρουσία στη σύγχρονη ιστορία του νησιού και της Ελλάδας γενικότερα.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και οικονομικές επιστήμες στο Παρίσι και το Λονδίνο.
Αρχικά διετέλεσε βουλευτής Ρεθύμνης στην Κρητική Βουλή την περίοδο 1906-1912 και αντιπρόεδρος της Συνέλευσης των Κρητών και αντιπρόσωπός της στην Αθήνα, την περίοδο 1911-1912.
Το ίδιο διάστημα ήταν Επίτροπος Δημοσίας Ασφαλείας και Δημοσίων Έργων στη Διοικητική Επιτροπή Κρήτης.
Μετά την ενσωμάτωση της Κρήτης στην Ελλάδα (1/12/1913), εκλέχθηκε στη Βουλή των Ελλήνων και πάλι βουλευτής Ρεθύμνης με το Κόμμα Φιλελευθέρων το 1915, επανεκλεγείς ομοίως το 1920 και το 1923.
Από το 1918 εκπροσώπησε την Ελλάδα επανειλημμένως σε διεθνείς συναντήσεις.
Το 1924 ανέλαβε το Υπουργείο Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Βενιζέλου και την ίδια χρονιά ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση Παπαναστασίου και την Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη 1924.
Το 1925 διορίσθηκε υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας.
Από τη θέση αυτή, το 1927 πρότεινε και διαπραγματεύθηκε με τους εκπροσώπους της Κοινωνίας των Εθνών τη δημιουργία της Τραπέζης της Ελλάδος.
Το 1931, σε μια δύσκολη στιγμή για την ελληνική οικονομία, ο Τσουδερός ανέλαβε τη διοίκηση της Τραπέζης της Ελλάδος, θέση που διατήρησε μέχρι το 1939, όταν παύτηκε από το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά για πολιτικούς λόγους.
Στις 21 Απριλίου του 1941, και ενώ οι Γερμανοί είχαν καταλάβει τη μισή Ελλάδα, ο Τσουδερός αποδέχθηκε την πρόταση του βασιλιά Γεωργίου να αναλάβει την πρωθυπουργία της χώρας σε αντικατάσταση του Αλεξάνδρου Κορυζή, ο οποίος είχε αυτοκτονήσει τρεις ημέρες νωρίτερα.
Στις 23 Απριλίου, η κυβέρνηση Τσουδερού, με τη βασιλική οικογένεια μετακινήθηκε στην Κρήτη και από εκεί, έναν μήνα αργότερα, κατέφυγε στο Κάιρο της Αιγύπτου, στην έδρα της εκεί βρετανικής συμμαχίας, θέτοντας τις μονάδες του ελληνικού πολεμικού ναυτικού και αεροπορίας υπό την επιχειρησιακή διοίκηση της εκεί βρετανικής διοίκησης.
Το 1942, ως πρωθυπουργός της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, ο Τσουδερός μαζί με τον βασιλιά Γεώργιο, διατύπωσε υπόμνημα προς την κυβέρνηση της Μεγάλης Βρετανίας, ορίζοντας την Κύπρο ως μεταπολεμική διεκδίκηση της Ελλάδας για τις θυσίες της κατά τον πόλεμο.
Στις 18 Μαρτίου του 1944, η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), γνωστή και ως «Κυβέρνηση του Βουνού», έκανε γνωστή την ύπαρξή της και λίγες ημέρες αργότερα ζήτησε την παραίτηση της εξόριστης κυβέρνησης Τσουδερού και τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας με βάση την ΠΕΕΑ.
Ο Τσουδερός, αντικομμουνιστής ο ίδιος αλλά και υπό την πίεση των Βρετανών που δεν διέβλεπαν με φιλικό μάτι μία ελληνική κυβέρνηση που δεν θα ήλεγχαν οι ίδιοι, δεν δέχθηκε να παραιτηθεί.
Ακολούθησε το κίνημα των εξόριστων Ελλήνων στρατιωτών (Απρίλιος 1944) που πρόσκειντο φιλικά προς το ΕΑΜ.
Έχοντας χάσει τον έλεγχο της κατάστασης, ο Τσουδερός τελικά παραιτήθηκε, και κατόπιν οι πιστοί στον βασιλιά Έλληνες στρατιωτικοί, σε συνεργασία με τους Βρετανούς, κατέστειλαν βίαια το κίνημα των στρατιωτών.
Στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, ο Τσουδερός χρημάτισε αντιπρόεδρος και υπουργός Συντονισμού στην πρώτη κυβέρνηση Σοφούλη (22 Νοεμβρίου 1945 – 4 Απριλίου 1946).
Τον Οκτώβριο του 1946 ανέλαβε πρόεδρος του Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος με το οποίο το 1950 συμμετείχε στην ίδρυση της Εθνικής Προοδευτικής Ενώσεως Κέντρου, ως βουλευτής Πειραιώς.
Το 1952 ως βουλευτής Αθηνών ανέλαβε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Παπάγου (19 Νοεμβρίου 1952 – 6 Οκτωβρίου 1955).
Ο παλαίμαχος Εμμανουήλ Τσουδερός πέθανε στο Νέρβι Ιταλίας, στις 10 Φεβρουαρίου 1956.
Ήταν παντρεμένος και απέκτησε τρία παιδιά: τον Ιωάννη Τσουδερό, πολιτικό που απεβίωσε το 1997 με συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση με ομάδα Αμερικανοβρετανών δολιοφθορέων που κατέπεσαν με αλεξίπτωτα στην κατεχόμενη Ελλάδα, την Αθηνά Τσουδερού, πρόεδρο της Χριστιανικής Οργάνωσης Νεανίδων, σύζυγο του Αθανάσιου Αθανασίου και τη Βιργινία Τσουδερού, οικονομολόγο, που ασχολήθηκε με την πολιτική και διετέλεσε υφυπουργός Εξωτερικών, η οποία απεβίωσε το 2018.
Το γραφείο που χρησιμοποίησε ο Εμμανουήλ Τσουδερός ως πρωθυπουργός στην Κρήτη φυλάσσεται στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης στο Ηράκλειο.
Το αρχείο του από την περίοδο 1948-1954 φυλάσσεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
Ο Νίκος Καββαδίας ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και ναυτικός.
Γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκ Ουσουρίσκι (Nikolsk-Ussuriysky), μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Βλαδιβοστόκ στη Ρωσία, από γονείς Κεφαλονίτες, τον Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλονιάς.
Στην ίδια πόλη γεννήθηκαν και τα αδέλφια του Τζένια (Ευγενία) και ο Μήτιας (Δημήτρης). Ο πατέρας του Καββαδία διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.
Το 1914, με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στο Αργοστόλι, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά.
Το 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται.
Γυρίζει και πάλι στην Ελλάδα το 1921, τσακισμένος και ανίκανος να προσαρμοσθεί στην ελληνική πραγματικότητα.
Μετά το Αργοστόλι, η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά.
Ο Καββαδίας πηγαίνει στο Δημοτικό κι είναι συμμαθητής με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Παπά-Γιώργη Πυρουνάκη.
Διαβάζει Ιούλιο Βερν και διάφορα βιβλία περιπέτειας.
Στο Γυμνάσιο γνωρίζεται με τον συγγραφέα και ιατρό του Πολεμικού Ναυτικού Παύλο Νιρβάνα.
Δεκαοκτώ ετών, αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας και εκδίδει ο ίδιος το σατυρικό φυλλάδιο Σχολικός Σάτυρος, γράφοντας ποιήματα για τους συμμαθητές του.
Το πρώτο ποίημά του δημοσιεύεται στην εφημερίδα Σημαία με τίτλο "Ο Θάνατος της Παιδούλας".
Κατά τον Δ. Νικορέτζο (στο έργο του "Νίκος Καββαδίας, ο τελευταίος αμαρτωλός"), πρώτο του ποίημα ήταν άλλο ("Ο Πόθος") στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του (Οκτώβριος 1929) και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο.
Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά, όπως Ο Διανοούμενος.
Τον Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και μπαρκάρει ως "ναυτόπαις" τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό "Άγιος Νικόλαος", μαζί με τον μικρότερο αδελφό του Αργύρη, που είχε γεννηθεί στην Ελλάδα το 1915.
Το 1931 το περιοδικό Ναυτική Ελλάς δημοσιεύει το έργο του Ν. Καββαδία, "Τραγούδια".
Την επόμενη χρονιά ο ποιητής ξεκινά να δημοσιεύει τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις στην εφημερίδα Πειραϊκόν Βήμα, μαζί με το μυθιστόρημά του (σε συνέχειες) Η Απίστευτη Περιπέτεια του Λοστρόμου Νακαχαναμόκο, όμως η εφημερίδα διακόπτει την έκδοσή της και το πόνημά του μένει ημιτελές.
Το 1933, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα.
Το σπίτι του γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών.
Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες.
Τον Ιούνιο του 1933 κυκλοφορεί η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Μαραμπού (από τις εκδόσεις Κύκλος σε 245 αντίτυπα) που του χαρίζει το προσωνύμιο που θα τον συνοδεύει έως το τέλος της ζωής του.
Γίνεται δεκτή (η ποιητική του συλλογή) με πολύ ευνοϊκές κριτικές, πιο χαρακτηριστική εκ των οποίων ήταν εκείνη του Φώτου Πολίτη στην εφημερίδα Πρωία.
Το 1938 η "Νέα Εστία" δημοσιεύει τα ποιήματά του, ενώ ο ίδιος στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού.
Το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως.
Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα, λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής, χρησιμοποιείται στον σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας.
Στο περιοδικό Λόγχη δημοσιεύει το πεζογράφημά του Στο Άλογό μου.
Με τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού επιστρέφει πεζός στην Αθήνα.
Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Καββαδίας περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης και γίνεται μέλος του ΕΑΜ.
Την ίδια ακριβώς περίοδο γίνεται και μέλος του ΚΚΕ.
Εντάσσεται, επιπλέον, στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, παρά το γεγονός ότι είχε τυπώσει τότε μόνο ένα βιβλίο, το Μαραμπού, ενώ το όριο ήταν τα τρία βιβλία.
Είναι όμως ενεργός λογοτεχνικά, γράφοντας ποιήματα, ορισμένα εξ αυτών αντιστασιακά, με πιο χαρακτηριστικό το ποίημα Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη και Αθήνα 1943, με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός, στο περιοδικό "Πρωτοπόροι".
Το 1944 μεταφράζει μαζί με τον Βασίλη Νικολόπουλο, το έργο του Ευγενίου Ονήλ "Το Ταξίδι του Γυρισμού".
Στις αρχές του 1945 γίνεται επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών, θέση την οποία παραχωρεί στις 6 Οκτώβρη του ίδιου έτους στον Νικηφόρο Βρεττάκο, εξαιτίας της αναχώρησής του από την Ελλάδα με το πλοίο "Κορινθία".
Η ασφάλεια τού έδωσε άδεια, καθώς θεωρείτο ανενεργός κομμουνιστής.
Το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα δημοσιεύει τα ποιήματά του "Αντίσταση" και "Federico Garcia Lorca", ενώ κυκλοφορεί και η μετάφραση του έργου του Αμερικανού ποιητή Φορντ Μάντοξ με τίτλο Τα Παλιά Σπίτια της Φλάντρας.
Τον Ιανουάριο του 1947 οι εκδόσεις Θ. Καραβία κυκλοφορούν τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Ν. Καββαδία, με τίτλο Πούσι, ενώ επανεκδίδεται και το Μαραμπού.
Από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξίδευε διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν τον θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της Βάρδιας στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του Μαραμπού και του Πούσι το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, τον θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φιλίππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.
Από την έρευνα προκύπτει ότι είχαν ταξιδέψει αρκετές φορές στο ίδιο πλοίο με τον Γιώργο Σεφέρη.
Ο Σεφέρης στα γνωστά Ημερολόγιά του (Μέρες) αναφέρεται με θετική διάθεση τρεις φορές στον Καββαδία.
Μάλιστα ο Καββαδίας είχε στην καμπίνα του, για κάποιο διάστημα, κολλημένη φωτογραφία του Σεφέρη με αφιέρωση του ίδιου.
Το πρόσωπο, το έργο και η ποιητική του, φωτίζονται μέσα από τις επιστολές του, προς την αδελφή και την ανιψιά του και προς τον φίλο του τον Καραγάτση.
Πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου 1975 στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο.
Κηδεύτηκε στο Α΄Νεκροταφείο Αθηνών, παρουσία πολλών ανθρώπων των γραμμάτων και της τέχνης.