"ΗΡΘΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 1 ΜΑΪΟΥ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Σπουδαίος και πολυγραφότατος Έλληνας ποιητής, με διεθνή απήχηση, που ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ‘30.
Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την πρωτομαγιά του 1909.
Ήταν το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά του μεγαλοκτηματία Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά.
Το 1919 αποφοίτησε από το Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς και το 1921 γράφτηκε στο Γυμνάσιο του Γυθείου.
Την ίδια χρονιά πέθαναν ο αδερφός του Μίμης και η μητέρα του Ελευθερία, και οι δύο από φυματίωση.
Το 1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Όραμα».
Το 1925 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γύθειο και έφυγε με την αδερφή του Λούλα για την Αθήνα.
Είχε προηγηθεί η οικονομική καταστροφή του πατέρα του κι έτσι ο ποιητής αναγκάστηκε να εργαστεί για τα προς το ζην, αρχικά ως δακτυλογράφος και στη συνέχεια ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα.
Το 1926 προσβλήθηκε και ο ίδιος από φυματίωση και επέστρεψε στη Μονεμβασιά ως το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, οπότε γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς να μπορέσει ποτέ να φοιτήσει.
Συνέχισε να εργάζεται ως βοηθός βιβλιοθηκαρίου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας.
Τον Ιανουάριο του 1927 νοσηλεύτηκε στην κλινική Παπαδημητρίου και τον επόμενο μήνα στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου έμεινε τελικά για τρία χρόνια.
Στη «Σωτηρία» ο Ρίτσος γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη και με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του, ενώ παράλληλα έγραψε κάποια ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν στο φιλολογικό παράρτημα της Εγκυκλοπαίδειας «Πυρσός». Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο έζησε στα Χανιά, αρχικά στο φθισιατρείο της Καψαλώνας και μετά από προσωπική του καταγγελία των άθλιων συνθηκών ζωής που επικρατούσαν εκεί σε τοπική εφημερίδα, μεταφέρθηκε μαζί με όλους τους τρόφιμους στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης.
Τον Οκτώβριο του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα κι ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης.
Εκεί σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις.
Η υγεία του βελτιώθηκε σταδιακά, το ίδιο και τα οικονομικά του με τη βοήθεια της αδερφής του Λούλας, που είχε στο μεταξύ παντρευτεί και φύγει για την Αμερική.
Τον επόμενο χρόνο, ο πατέρας του μπήκε στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί (όπου πέθανε το 1938) και πέντε χρόνια αργότερα τον ακολούθησε η Λούλα, η οποία πήρε εξιτήριο το 1939.
Το 1933 συνεργάστηκε με το αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι» και για τέσσερα χρόνια ως ηθοποιός με τους θιάσους Ζωζώς Νταλμάς, Ριτσιάρδη, Παπαϊωάννου και Μακέδου.
Το 1934 άρχισε να αρθρογραφεί από τις στήλες του Ριζοσπάστη κι εξέδωσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» με το ψευδώνυμο Σοστίρ (αναγραμματισμό του επιθέτου του).
Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του.
Το 1935 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Πυραμίδες» και προσλαμβάνεται ως επιμελητής κειμένων στις εκδόσεις «Γκοβόστη».
Στις 9 Μαΐου 1936 γίνονται στη Θεσσαλονίκη αιματηρές ταραχές, κατά τη διάρκεια της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας.
Την επομένη, ο Ρίτσος βλέπει στο «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της και παίρνει αφορμή για να γράψει ένα από πιο δημοφιλή ποίηματά του, τον «Επιτάφιο», που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα.
Με τη δικτατορία Μεταξά (1936-1940) τα τελευταία 250 καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός.
Το 1937 νοσηλεύτηκε στο σανατόριο της Πάρνηθας και τον ίδιο χρόνο, συγκλονισμένος από την αρρώστια της πολυαγαπημένης του αδελφής Λούλας, γράφει την ποιητική σύνθεση «Το τραγούδι της αδελφής μου», ένα από τα ωραιότερα λυρικά της νεοελληνικής ποίησης.
Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» και προσλαμβάνεται στο Εθνικό Θέατρο.
Δύο χρόνια αργότερα, εκδίδει την «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» και προσλαμβάνεται ως χορευτής στη Λυρική Σκηνή.
Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ και αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες το 1942.
Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στα «Δεκεμβριανά» ακολούθησε τις δυνάμεις του στη σύμπτυξη.
Περνά από τη Λαμία, όπου συναντά τον Άρη Βελουχιώτη και φθάνει μέχρι την Κοζάνη, όπου ανεβάστηκε το θεατρικό του «Η Αθήνα στ’ άρματα».
Το 1945 γράφει τη «Ρωμιοσύνη», ένα ακόμη δημοφιλές ποίημά του, που το μελοποίησε το 1966 ο Μίκης Θεοδωράκης.
Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εξορίστηκε λόγω της αριστερής δράσης του στο Κοντοπούλι της Λήμνου (1948), στη Μακρόνησο (1949) και στον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951).
Το 1952 επέστρεψε στην Αθήνα και πολιτεύτηκε στην ΕΔΑ.
Το 1954 παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Έρη (1955).
Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος».
Όταν το διάβασε ο σπουδαίος Γάλλος ποιητής και συγγραφέας Λουί Αραγκόν (1897-1982) αισθάνθηκε «το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυΐας» και αποφάνθηκε πως ο δημιουργός του είναι «ο μεγαλύτερος από τους ποιητές του καιρού μας που βρίσκονται στη ζωή».
Το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τον «Επιτάφιο» και σηματοδότησε την περίοδο της διάδοσης της μεγάλης ποίησης στο πλατύ κοινό.
Το 1962 ο Ρίτσος επισκέφθηκε τη Ρουμανία και συναντήθηκε με το Ναζίμ Χικμέτ, του οποίου μετέφρασε ποίηματα στα ελληνικά.
Κατόπιν πήγε στην Τσεχία και τη Σλοβακία, όπου ολοκλήρωσε την Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών, την Ουγγαρία και τη Λ. Δ. της Γερμανίας.
Το 1964 συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές με την ΕΔΑ.
Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, οι φίλοι του τον ειδοποίησαν να κρυφτεί, εκείνος όμως δεν έφυγε από το σπίτι του.
Τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου.
Στα τέλη Απριλίου μεταφέρθηκε στη Γυάρο και αργότερα στο Παρθένι της Λέρου. Το 1968 νοσηλεύθηκε στον «Άγιο Σάββα» και στη συνέχεια τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του στο Καρλόβασι της Σάμου.
Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα, μετά όμως από άρνησή του να συμβιβαστεί με το καθεστώς του Παπαδόπουλου εξορίστηκε εκ νέου στη Σάμο ως το τέλος του χρόνου που μπήκε για εγχείρηση στη Γενική Κλινική Αθηνών.
Το 1973 συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα, όπου συνέχισε να γράφει με πυρετώδεις ρυθμούς.
Το 1975 αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με το μεγάλο γαλλικό βραβείο ποίησης «Αλφρέ ντε Βινί».
Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το βραβείο «Λένιν» στη Μόσχα.
Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια αναγορεύσεις του σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια: Μπίρμιγχαμ (1978), Καρλ Μαρξ της Λειψίας (1984) και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1987).
Το 1986 του απονεμήθηκε το βραβείο «Ποιητής διεθνούς ειρήνης» του ΟΗΕ.
Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από τη ζωή στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες ποιητικές συλλογές.
Ενταφιάστηκε τρεις μέρες αργότερα στη γενέτειρά του Μονεμβασιά.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ
Ο Δημήτρης Παπαδήμος ήταν Έλληνας φωτογράφος.
Γεννήθηκε στην 1 Μαΐου 1918 στο Κάιρο, μέσα στην ανθούσα εκεί ελληνική παροικία.
Με τη φωτογραφία πειραματίστηκε από τα εφηβικά του χρόνια και από νωρίς εκδήλωσε την επιθυμία να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο.
Συστηματικά, όμως, ασχολήθηκε με τη φωτογραφία στα χρόνια της υπηρεσίας του ως στρατιωτικού φωτογράφου στις Ελληνικές Δυνάμεις Μέσης Ανατολής και στο Γραφείο Τύπου της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης.
Με τη λήξη του πολέμου και την τραγωδία των Δεκεμβριανών, που αποτύπωσε με τον φακό του, ο Παπαδήμος ξεκίνησε ένα νέο κεφάλαιο που συνδύασε τα δύο του πάθη: το ταξίδι και τη φωτογραφία.
Κατά τη διάρκεια μιας μεστής σε δουλειά δεκαετίας (1946-1956) και λίγο πριν από τη μόνιμη εγκατάστασή του στην Ελλάδα, ταξίδεψε στην Αίγυπτο, τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή και κατέγραψε τον άνθρωπο και τα έργα του – με ματιά βαθιά ανθρώπινη, αποφεύγοντας τη γραφικότητα.
Από τη δουλειά του και τη συνεργασία του με Βρετανούς, κυρίως, συγγραφείς προέκυψαν εκθέσεις και εικονογραφημένα ταξιδιωτικά βιβλία.
Παράλληλα, ασχολήθηκε επαγγελματικά και με τον κινηματογράφο, ως φωτογράφος ή βοηθός παραγωγής.
Από το 1956 μέχρι και το 1980 και με ορμητήριο την Αθήνα, ταξίδεψε και φωτογράφισε – εξαντλητικά θα έλεγε κανείς - την Ελλάδα.
Ήδη από το 1956 υπήρξε συνεργάτης των Εικόνων και αργότερα των περιοδικών Ηώς και Ταχυδρόμος, ενώ παράλληλα συνεργάστηκε με τον ΕΟΤ και το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης.
Το επιστέγασμα της φωτογραφικής του δραστηριότητας υπήρξε η έκδοση, το 1974 από τις εκδόσεις Ολκός, του λευκώματος με τίτλο Η Ελλάδα που Φεύγει.
Πέθανε στις 3 Μαΐου 1994.
Μετά το θάνατό του το 1994 το αρχείο του, κατόπιν επιθυμίας και του ίδιου, το δώρισε στο τμήμα Ε.Λ.Ι.Α. του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (Μ.Ι.Ε.Τ) η σύζυγός του Λιάνα Παπαδήμου και ο υιός του Ιωάννης Παπαδήμος.
ΝΙΚΟΣ ΒΑΣΤΑΡΔΗΣ
Ο Νίκος Βασταρδής ήταν Έλληνας ηθοποιός.
Γεννήθηκε την 1 Μαΐου στον Πειραιά το 1924.
Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, του Κάρολου Κουν.
Μετά το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» συνεργάστηκε με το Θέατρο του Λαού και τους Ενωμένους Καλλιτέχνες (1945-1946), παίζοντας στον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ, στον Μακρινό δρόμο του Αρμπούζωφ και στο έργο του Τζορτζ Μπέρναρντ Σω Πάνω στα βράχια.
Το 1947 συμμετείχε στον θίασο του Γιώργου Παππά και το 1948 στον θίασο Βασίλη Λογοθετίδη.
Στη συνέχεια, στράφηκε προς το μουσικό θέατρο όπου εργάστηκε για αρκετά χρόνια.
Το 1953, μάλιστα, συγκρότησε δικό του θίασο οπερέτας, ενώ το 1955 ανέβασε διάφορες επιθεωρήσεις.
Το 1956 επιστρέφει στην πρόζα και ερμηνεύει τον Βοναπάρτη στο έργο του Στέφαν Τσβάιχ Του φτωχού τ’ αρνί με τον θίασο Τζ. Καρούσου – Μαίρης Λεκκού.
Από το 1958 μέχρι το 1962 συνεργάστηκε το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη.
Από το 1962 μέχρι το 1964 συμμετείχε στο θίασο Έλσας Βεργή.
Το 1965, ως συνθιασάρχης με τον Κατράκη και τη Βεργή, περιόδευσε στην Ευρώπη, παρουσιάζοντας αρχαίες τραγωδίες.
Την περίοδο 1965-1966, έγινε συνθιασάρχης με τον Κώστα Ρηγόπουλο και την Κάκια Αναλυτή.
Το 1973 περιόδευσε με προσωπικό θίασο στις επαρχιακές πόλεις και αμέσως μετά έπαιξε, σε συνεργασία με τη Νόρα Βαλσάμη, το έργο του Σωβαζόν "Ξενοδοχείο η ευτυχία" στο θέατρο "Όρβο".
Τον επόμενο χρόνο (1974) , ως συνθιασάρχης και πάλι με την Ελένη Ερήμου, ανέβασε στο Θέατρο "Γκλόρια" το έργο του Άλκη Παπά "Σου χαρίζω τη γυναίκα μου".
Το 1981 έκανε περιοδεία με δικό του θίασο.
Το 1982 ίδρυσε το Θέατρο "Θεμέλιο", στην οδό Λέσβου, όπου σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε σε πολλά έργα.
Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε σε μερικές ταινίες (Χωρίς συνείδηση, Ιπποκράτης και Δημοκρατία, Παύλος Μελάς κ.ά.), ενώ στην τηλεόραση έπαιξε σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές (Εν τούτω νίκα, Ανακριτικό γραφείο, Πορφύρα και αίμα ή Ρωμανός Διογένης κ.ά.) και σε τηλεοπτικές διασκευές θεατρικών έργων.
Υπήρξε για πολλά χρόνια καθηγητής της υποκριτικής στη Σχολή Γ. Θεοδοσιάδη και το 1992 ίδρυσε δική του Δραματική Σχολή που λειτούργησε στα πλαίσια του Θεάτρου "Θεμέλιο".
Ήταν μέλος του Σ.Ε.Η. (με ημερομηνία εγγραφής 1-3-1943), της Εταιρείας Σκηνοθετών και της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων.
Έχει μεταφράσει και διασκευάσει διάφορα θεατρικά έργα.
Πέθανε στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν στις 18 Μαρτίου του 2012 σε ηλικία 88 ετών.
Κόρη του είναι η Ελληνίδα ηθοποιός και επιτυχημένη σεναριογράφος Άννα Αδριανού.
Ο Νίκος Βασταρδής είχε αποκτήσει και έναν γιο, τον μουσικό Μάριο Βασταρδή, ο οποίος σκοτώθηκε σε ηλικία 18 χρονών στις 21 Νοεμβρίου 1984 σε τροχαίο δυστύχημα, οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του σε δρόμο του Ψυχικού.
ΕΛΕΝΗ ΑΝΟΥΣΑΚΗ
Η Ελένη-Ηλέκτρα Ανουσάκη γεννήθηκε στην Αθήνα, την 1 Μαΐου 1944 και είναι Ελληνίδα ηθοποιός και πολιτικός.
Γονείς της είναι η ηθοποιός Μαλαίνα Ανουσάκη και ο τενόρος της λυρικής και πρωταγωνιστής του είδους της επιθεώρησης, Ευάγγελος Ανουσάκης.
Πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο το 1950 σε ηλικία έξι ετών.
Ήταν το κοριτσάκι που κρατούσε η Ελένη Χατζηαργύρη στην ταινία Αμάρτησα για το παιδί μου, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο πατέρας της.
Σε ηλικία 16 χρονών μπήκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ως εξαιρετικό ταλέντο.
Εμφανίστηκε στην ταινία Τα κόκκινα φανάρια και λόγω της εμφάνισης διώχτηκε από τη σχολή.
Αργότερα αναιρέθηκε η απόφαση του διευθυντή Θάνου Κωτσόπουλου και επανήλθε.
Την ίδια περίοδο αποδέχτηκε την πρόσκληση της FOX και πήγε στην Τσινετσιτά για σπουδές, με δασκάλους τους Κάρολ Ριντ, Ρεξ Χάρισον, Ρίτσαρντ Μπαρντ, Μόνικα Βίτι κ.ά.
Δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές της, αλλά έπαιξε στην ταινία του Κάρολ Ριντ, Αγωνία και έκστασις.
Ακολούθησε μία σημαντική πορεία στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.
Σύζυγός της είναι ο σκηνοθέτης και διευθυντής φωτογραφίας Δημήτρης Παπακωνσταντής.
Διετέλεσε πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων επί δημαρχίας Δημήτρη Μπέη, καθώς και βουλευτής Α΄ Αθηνών με το ΠΑΣΟΚ τα διαστήματα 1989-1990 και 1993-2004.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΑΡΔΕΛΗΣ
Ο Σταμάτης Γαρδέλης γεννήθηκε στην Αθήνα, την 1 Μαΐου 1960 και είναι Έλληνας ηθοποιός.
Ξεκίνησε την καριέρα του το 1981, σε ηλικία 21 ετών, όταν πρωταγωνίστησε στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη Τα τσακάλια.
Αμέσως καθιερώθηκε και έγινε ιδιαίτερα γνωστός και αγαπητός στον κόσμο, κυρίως στην νεολαία της εποχής.
Έπειτα ξεκίνησε η ανοδική πορεία στην καριέρα του με πολλές επιτυχημένες εμπορικά ταινίες (κάποιες για τον κινηματογράφο αλλά οι περισσότερες για την αγορά του βίντεο, που βρισκόταν τότε στην χρυσή περίοδό της) όπως Βασικά καλησπέρα σας (Οι ραδιοπειρατές), Ρόδα, τσάντα και κοπάνα, Σατανάδες στα σχολεία, Ταξίδι στην πρωτεύουσα, Καμικάζι αγάπη μου, Οι επικίνδυνοι, Έλα να αγαπηθούμε ντάρλινγκ, Όταν οι ρόδες χορεύουν, Περάστε φιλήστε τελειώσατε.
Έτσι, ο Σταμάτης Γαρδέλης μετατράπηκε σε ποπ είδωλο της δεκαετίας του 1980 και σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής.
Κατά τον ίδιο, εγκλωβίστηκε εν μέρει στους ρόλους αυτούς, γνωρίζοντας την προκατάληψη και την απόρριψη όταν προσπαθούσε να κάνει κάτι διαφορετικό.
Τα τελευταία χρόνια απείχε από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, ασχολούμενος κυρίως με το θέατρο.
Το 2010 - 2011 πραγματοποίησε διπλή επιστροφή στα τηλεοπτικά πράγματα, συμμετέχοντας ως διαγωνιζόμενος στο πρόγραμμα Dancing with the Stars του ANT1 και κάνοντας εμφάνιση στην τηλεοπτική σειρά της Μυρτώς Κοντοβά και του MEGA Μίλα μου βρώμικα.
Συμμετείχε και στον τρίτο κύκλο του τηλεοπτικού σόου Your Face Sounds Familiar που προβλήθηκε απο τον τηλεοπτικό σταθμό Ant1 την περίοδο Φεβρουάριος-Μάιος 2016.