"ΗΡΘΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 1 ΜΑΡΤΙΟΥ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΥΖΗΣ
Ο Νικόλαος Γύζης γεννήθηκε στο Σκλαβοχώρι Τήνου, στην 1 Μαρτίου 1842 και ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου».
Ο Νικόλαος Γύζης ήταν ένα από τα έξι παιδιά του ξυλουργού Ονούφριου Γύζη και της Μαργαρίτας Γύζη, το γένος Ψάλτη, που ζούσαν στο Σκλαβοχώρι της Τήνου.
Το 1850, η οικογένειά του μετοίκησε στην Αθήνα και ο μικρός Νικόλαος άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στο Σχολείο των Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), αρχικά ως ακροατής και, από το 1854 έως το 1864, ως κανονικός σπουδαστής.
Με το τέλος των σπουδών του, γνωρίστηκε με τον πλούσιο φιλότεχνο Νικόλαο Νάζο, με τη μεσολάβηση του οποίου έλαβε υποτροφία από το ευαγές ίδρυμα του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου.
Τον Ιούνιο του 1865 ο Γύζης έφθασε στο Μόναχο, όπου συνάντησε τον συνάδελφο και φίλο του Νικηφόρο Λύτρα.
Ο τελευταίος τον βοήθησε στο να εγκλιματιστεί γρήγορα στο γερμανικό περιβάλλον.
Πρώτοι του δάσκαλοί του στο Μόναχο ήταν ο Χέρμαν Άνσυτς (Hermann Anschütz) και ο Αλεξάντερ Βάγκνερ (Alexander Wagner).
Τον Ιούνιο του 1868 έγινε δεκτός στο εργαστήριο του Καρλ φον Πιλότυ (Karl von Piloty).
Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Μόναχο το 1871 και τον Απρίλιο του 1872 επέστρεψε στην Αθήνα, για να μετατρέψει το πατρικό του σπίτι επί της οδού Θεμιστοκλέους σε ατελιέ.
Μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα, ταξίδεψε το 1873 στη Μικρά Ασία.
Απογοητευμένος από τις συνθήκες της Ελλάδας, τον Μάιο του 1874 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στο Μόναχο, όπου έμελλε να ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του.
Το 1876, ταξίδεψε παρέα με τον Νικηφόρο Λύτρα στο Παρίσι.
Έναν χρόνο αργότερα νυμφεύθηκε την Άρτεμη Νάζου, με την οποία απέκτησε τέσσερις κόρες και έναν γιο.
Το 1880, ανακηρύχθηκε σε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα.
Το 1881, πέθανε η μητέρα του και έναν χρόνο μετά πέθανε και ο πατέρας του.
Το 1895, επισκέφθηκε για τελευταία φορά την Ελλάδα, την οποία ποτέ δεν ξέχασε και πάντα νοσταλγούσε.
Προσβεβλημένος από λευχαιμία, πέθανε στο Μόναχο, στις 22 Δεκεμβρίου 1900.
ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
Ο Ευγένιος Μιχαήλ Αντωνιάδης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στην 1 Μαρτίου 1870.
Σπούδασε Αρχιτεκτονική και αποτύπωσε σε αρχιτεκτονικά σχέδια τον ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.
Απέκτησε μεγάλη φήμη ως οξυδερκέστατος παρατηρητής του πλανήτη Άρη.
Την εποχή που οι περισσότεροι κορυφαίοι παρατηρητές συμφωνούσαν ότι υπήρχαν ευθύγραμμες (και άρα τεχνητές) διώρυγες πάνω στον Άρη, αυτός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι διώρυγες ήταν οπτική απάτη, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τις αποστολές διαστημοπλοίων στον πλανήτη αρκετές δεκαετίες αργότερα.
Οι αμέτρητες ώρες παρατηρήσεων του Άρη που είχε πραγματοποιήσει, τον οδήγησαν στη σύνταξη του πρώτου λεπτομερούς χάρτη της επιφάνειας του «κόκκινου πλανήτη» και στην ονομασία και άλλων χαρακτηριστικών μετά από αυτά που είχε ονομάσει ο Τζιοβάνι Σκιαπαρέλι.
Το έργο αυτό, που ολοκληρώθηκε από τον Ιωάννη Ε. Φωκά, οδήγησε σε ένα σύστημα ονοματολογίας για την τοπογραφία του Άρη, το οποίο τελικώς υιοθετήθηκε από τη Διεθνή Αστρονομική Ένωση, με αποτέλεσμα τα κυριότερα χαρακτηριστικά (όρη, περιοχές, κρατήρες) του Άρη να έχουν διεθνώς ελληνικά ονόματα.
Ο Ευγένιος Αντωνιάδης παρατήρησε και τους εσωτερικούς πλανήτες, την Αφροδίτη και τον Ερμή. Επεχείρησε να σχεδιάσει και ένα χάρτη του Ερμή, αλλά οι προσπάθειές του ήταν λανθασμένες καθώς βασίζονταν στην τότε επικρατούσα παραδοχή ότι ο Ερμής έστρεφε πάντα το ίδιο ημισφαίριό του προς τον Ήλιο.
Επινόησε επίσης την ομώνυμη κλίμακα για την ποιότητα του seeing, που χρησιμοποιούν ευρύτατα οι ερασιτέχνες αστρονόμοι.
Στην Αγγλία γνώρισε την Κατερίνα Σεβαστοπούλου, που έμελλε να γίνει γυναίκα του το 1902.
Πέθανε στη Γαλλία στις 10 Φεβρουαρίου 1944 σε ηλικία 74 ετών.
Έλαβε πολλές τιμητικές διακρίσεις από Ακαδημίες και επιστημονικές εταιρείες της Γαλλίας, της Αγγλίας και άλλων χωρών.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΟΓΓΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
Γιώργος Ζογγολόπουλος (Αθήνα, 1903–2004)
Ο γλύπτης Γιώργος Ζογγολόπουλος γεννήθηκε στην 1 Μαρτίου 1903 στην Αθήνα και σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1924-1930).
Από το 1930 εργάστηκε στο Αρχιτεκτονικό Τμήμα του Υπουργείου Παιδείας μελετώντας σχολικά συγκροτήματα, ναούς και μουσεία, ενώ το 1938 παραιτήθηκε από τη θέση του για να αφοσιωθεί στη γλυπτική.
Το 1936 παντρεύτηκε με τη ζωγράφο Ελένη Πασχαλίδου–Ζογγολοπούλου.
Το 1949 με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης συνέχισε τις σπουδές του στη γλυπτική στο Παρίσι στο εργαστήριο του Marcel Gimond και το 1952 με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών μετέβη στην Ιταλία όπου ειδικεύτηκε στις τεχνικές της χαλκοχυτικής.
Το 1953 έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Πολιτισμού (Societé Européene de Culture) και από το 1960-1988 υπήρξε μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της.
Από τη δεκαετία του ’70 έως τα τέλη της δεκαετίας του ’90 διατηρούσε με τη σύζυγό του Ελένη εργαστήριο στο Παρίσι, συμμετέχοντας ενεργά στα εικαστικά δρώμενα της γαλλικής πρωτεύουσας.
Ο «αιώνιος έφηβος», όπως τον αποκαλούσαν, ερεύνησε το μέτρο και την αρμονία στην τέχνη του.
Ως καλλιτέχνης έλαβε πολλές επίσημες διακρίσεις και έργα του βρίσκονται σε σημαντικούς δημόσιους χώρους της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Αμερικής, καθώς επίσης και σε πολλές ελληνικές και ξένες συλλογές και μουσεία.
Εκπροσώπησε την Ελλάδα 11 φορές σε θεσμούς Biennale ξεκινώντας από το 1940 έως και το 2001.
Συμμετείχε σε Πανελλήνιες Εκθέσεις και έλαβε μέρος σε δεκάδες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Το 2004 σύστησε το κοινωφελές Ίδρυμα Γεωργίου Ζογγολόπουλου και απεβίωσε στις 11 Μαΐου 2004 στην Αθήνα.
Στο Ίδρυμα κληροδότησε όλο το καλλιτεχνικό του έργο, καθώς και εκείνο της συζύγου του ζωγράφου Ελένης Πασχαλίδου–Ζογγολοπούλου.
Η κατοικία και το εργαστήριο όπου το ζεύγος Ζογγολόπουλου δημιούργησε για πάνω από 60 χρόνια είναι επισκέψιμη, αποτελώντας πλέον την έδρα του ομώνυμου Ιδρύματος το οποίο στοχεύει τη μελέτη, συγκέντρωση, προβολή, διάδοση και αξιοποίηση του έργου των δύο καλλιτεχνών.